Η ΓΑΛΛΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΠΟΤΕ ΤΟΣΟ ΑΔΥΝΑΜΗ...

«Η βαριά ήττα της Αριστεράς στις πρόσφατες περιφερειακές εκλογές, που ακολούθησε την ήττα της στις δημοτικές, τις ευρωπαϊκές, και τις εκλογές για τη Γερουσία το 2014, αποδεικνύει ότι έχουμε εισέλθει σε μια νέα περίοδο της γαλλικής εκλογικής και πολιτικής...
ζωής», δηλώνει στην εφημερίδα le Monde ο γάλλος πολιτειολόγος
Ζεράρ Γκρινμπέργκ, επίτιμος διευθυντής ερευνών στο Κέντρο ευρωπαϊκών μελετών των Πολιτικών Επιστημών και διευθυντής του ιστοτόπου Web Telos

Όπως αναφέρει, από τη μια πλευρά, ποτέ άλλοτε μετά την επανίδρυση του Σοσιαλιστικού Κόμματος, το 1971, η Αριστερά δεν ήταν τόσο αδύναμη και διχασμένη. Από την άλλη, η μόνιμη εγκατάσταση του Εθνικού Μετώπου σε υψηλά επίπεδα αλλάζει τα δεδομένα: ο τριπολισμός της πολιτικής ζωής αναγκάζει τρία στρατόπεδα να μοιραστούν δύο θέσεις στον δεύτερο γύρο των εκλογών με πλειοψηφικό σύστημα σε δύο γύρους. Και πρώτα απ' όλα των προεδρικών εκλογών.

Το Σοσιαλιστικό Κόμμα, τονίζει, δεν είναι πια κατ' ανάγκη η δύναμη της εναλλαγής, όπως παρουσιαζόταν από το 1981 μέχρι σήμερα. Όπως έδειξαν οι περιφερειακές εκλογές, η Αριστερά δεν αντιστοιχεί πλέον σε ποσοστό μεγαλύτερο του ενός τρίτου του εκλογικού σώματος. Το Σοσιαλιστικό Κόμμα ήρθε τρίτο σε πολλές αναμετρήσεις στον πρώτο γύρο, με αποτέλεσμα να αποκλειστεί. Σε πολλές περιοχές, περιλαμβανομένων των οχυρών του στον Νότο, έχει σβηστεί από τον χάρτη.

Είναι αλήθεια βέβαια ότι το Σοσιαλιστικό Κόμμα έχει περάσει ανάλογες καταστάσεις και στο παρελθόν, όπως στις αρχές της δεκαετίας του '90, και στη συνέχεια ξεπέρασε την κρίση. Η σημερινή κατάσταση, όμως, είναι πολύ πιο σοβαρή. Μια ανάλογη πορεία αποσύνθεσης γνώρισε και το Κομμουνιστικό Κόμμα μετά τη δεκαετία του '80. Ένα κόμμα δεν μπορεί να αναπτυχθεί μακροπρόθεσμα σε τοπικό επίπεδο παρά μόνο αν έχει μια εθνική δυναμική. Όταν αποδυναμώνεται σημαντικά σε εθνικό επίπεδο, χάνει και τις τοπικές του βάσεις. Αυτό ακριβώς συμβαίνει τώρα με το Σοσιαλιστικό Κόμμα.

Μπορεί κανείς να προεκτείνει τον παραλληλισμό με το Κομμουνιστικό Κόμμα στο πεδίο της εκλογικής κοινωνιολογίας: μετά τους κομμουνιστές, χάνουν τα λαϊκά στρώματα και οι σοσιαλιστές. Όσο για τις διαιρέσεις, κι αυτές υπήρχαν πάντα, αλλά τώρα έχουν οξυνθεί. Αυτό οφείλεται σε ένα βαθμό στο ότι οι σοσιαλιστές δεν θέλησαν ποτέ πραγματικά να λύσουν το πρόβλημά τους με τον καπιταλισμό, την οικονομία της αγοράς και την παγκοσμιοποίηση. Όταν ήταν στην κυβέρνηση, αποδέχονταν εύκολα ή δύσκολα τους περιορισμούς της αγοράς. Όταν ήταν στην αντιπολίτευση, επέστρεφαν στην παραδοσιακή τους συνθηματολογία. Με άλλα λόγια, όταν ασκούσαν στην εξουσία ήταν πραγματιστές κι όταν βρίσκονταν στην αντιπολίτευση ανακάλυπταν και πάλι την Αριστερά.

Εδώ και δύο χρόνια, συνεχίζει ο γάλλος αναλυτής, οι σοσιαλιστές κάνουν και τα δύο πράγματα ταυτοχρόνως. Από τη μια μεριά κυβερνούν και πρέπει να ακολουθούν τους ευρωπαϊκούς και παγκόσμιους περιορισμούς. Την ίδια ώρα, όμως, πιέζονται από την αριστερή τους πτέρυγα. Όλα αυτά υπονομεύουν τις σχέσεις ανάμεσα στο κόμμα και την κυβέρνηση και δηλητηριάζουν τις προσωπικές σχέσεις, όπως δείχνει η απόρριψη του πρωθυπουργού Μανουέλ Βαλς. Αυτά που χωρίζουν τους σοσιαλιστές αρχίζουν να γίνονται πιο σημαντικά από αυτά που τους ενώνουν. Αυτό που τους έσωζε μέχρι τώρα ήταν η παρουσία ενός ισχυρού ηγέτη, είτε επρόκειτο για τον Φρανσουά Μιτεράν είτε για τον Λιονέλ Ζοσπέν. Αλλά δεν έχουν πια αυτή την τύχη.
Keywords
Τυχαία Θέματα