Πέθανε ο θρύλος του Χόλιγουντ Ρόμπερτ Ρέντφορντ

Πέθανε σε ηλικία 89 ετών ο ηθοποιός Ρόμπερτ Ρέντφορντ.

Ο βραβευμένος με Όσκαρ ηθοποιός πέθανε στον ύπνο του την Τρίτη, στο σπίτι του στη Γιούτα, κοντά στο Πρόβο.

Η ανακοίνωση του θανάτου του

Η ανακοίνωση του θανάτου του έγινε από τη Σίντι Μπέργκερ, διευθύνουσα σύμβουλο της εταιρείας δημοσίων σχέσεων Rogers & Cowan PMK.

«Ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ έφυγε από τη ζωή στις 16 Σεπτεμβρίου 2025, στο σπίτι του στο Sundance,

στα βουνά της Γιούτα - στο μέρος που αγαπούσε, περιστοιχισμένος από αυτούς που αγαπούσε. Θα μας λείψει πολύ», ανέφερε η Μπέργκερ σε δήλωσή της. «Η οικογένεια ζητάει ιδιωτικότητα».

Ποιος ήταν ο θρυλικός ηθοποιός και σκηνοθέτης Ρόμπερτ Ρέντφορντ

Ο Ρέντφορντ υπήρξε ένας από τους κορυφαίους πρωταγωνιστές του Χόλιγουντ για δεκαετίες, εμφανιζόμενος σε μεγάλες επιτυχίες όπως «Οι δύο ληστές» και «Όλοι οι άνθρωποι του Προέδρου».

Αργότερα στη ζωή του ο Ρέντφορντ ασχολήθηκε και με τη σκηνοθεσία και κέρδισε Όσκαρ για την ταινία «Συνηθισμένοι Άνθρωποι» του 1980.

Το πάθος του για την τέχνη του κινηματογράφου τον οδήγησε στη δημιουργία του Sundance Institute, ενός μη κερδοσκοπικού οργανισμού που στηρίζει τον ανεξάρτητο κινηματογράφο και το θέατρο, και είναι γνωστός για το ετήσιο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Sundance.

Παράλληλα, ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ υπήρξε αφοσιωμένος περιβαλλοντιστής· μετακόμισε στα βουνά της Γιούτα το 1961 και ηγήθηκε προσπαθειών για τη διατήρηση του φυσικού τοπίου της πολιτείας και της αμερικανικής Δύσης.

Ανήσυχηνεότητα

Γεννημένος στη Σάντα Μόνικα της Καλιφόρνια, κοντά στο Λος Άντζελες, το 1936, ο πατέρας του Ρέντφορντ εργαζόταν πολλές ώρες ως γαλατάς και λογιστής, προτού μεταφέρει αργότερα την οικογένεια σε ένα μεγαλύτερο σπίτι στο κοντινό Βαν Νάις. «Δεν τον έβλεπα πολύ», θυμόταν ο Ρέντφορντ για τον πατέρα του, σε συνέντευξή του στο Inside the Actor’s Studio το 2005.

Επειδή ηοικογένεια δεν μπορούσε να πληρώσειbabysitter, ο Ρέντφορντ περνούσε ώρες στοπαιδικό τμήμα της τοπικής βιβλιοθήκης,όπου γοητεύτηκε από τα βιβλία για τηνελληνική και ρωμαϊκή μυθολογία.

Ωστόσο, ο Ρέντφορντ απείχε πολύ από το να θεωρείται υποδειγματικός μαθητής. «Δεν είχα υπομονή… Δεν είχα έμπνευση», θυμόταν. «Με ενδιέφερε περισσότερο να μπερδεύομαι με διάφορα και να αναζητώ περιπέτειες πέρα από τα όρια μέσα στα οποία μεγάλωνα».

Ελκόμενοςαπό τις τέχνες και τον αθλητισμό —καιαπό μια ζωή μακριά από το απλωμένο ΛοςΆντζελες— ο Ρέντφορντ κέρδισε το 1955υποτροφία για να παίξει μπέιζμπολ στοΠανεπιστήμιο του Κολοράντο στο Μπόλντερ.Την ίδια χρονιά, η μητέρα του πέθανε.«Ήταν πολύ νέα, δεν είχε καν κλείσει τα40», είπε.

Ο Ρέντφορντδήλωσε ότι η μητέρα του ήταν «πάντα πολύυποστηρικτική (για την καριέρα μου)» —περισσότερο από τον πατέρα του.

«Ο πατέραςμου ενηλικιώθηκε στη διάρκεια τηςΜεγάλης Ύφεσης και φοβόταν να ρισκάρει…γι’ αυτό ήθελε για μένα τον ίσιο καιστενό δρόμο, στον οποίο απλώς δεν ήμουνφτιαγμένος να βαδίσω», είπε. «Η μητέραμου, ό,τι κι αν έκανα, πάντα με συγχωρούσεκαι με στήριζε, πίστευε ότι μπορούσα νακαταφέρω τα πάντα. Όταν έφυγα και πήγαστο Κολοράντο και εκείνη πέθανε,συνειδητοποίησα ότι ποτέ δεν είχα τηνευκαιρία να την ευχαριστήσω».

Ο Ρέντφορντ σύντομα στράφηκε στο ποτό, έχασε την υποτροφία του και τελικά του ζητήθηκε να εγκαταλείψει το πανεπιστήμιο. Δούλεψε ως «roustabout» (εργάτης παντός τύπου) για την Standard Oil Company και αποταμίευσε τα κέρδη του για να συνεχίσει τις σπουδές του στην τέχνη στην Ευρώπη.

«Ζούσακυριολεκτικά με ότι έβγαζα, αλλά αυτόήταν εντάξει», είπε ο Ρέντφορντ για τηνεποχή του στην Ευρώπη. «Ήθελα αυτή τηνπεριπέτεια. Ήθελα την εμπειρία του ναδω πώς είναι άλλοι πολιτισμοί».

Ένααστέρι γεννιέται

Όταν επέστρεψε στις ΗΠΑ, ο Ρέντφορντ άρχισε να σπουδάζει θέατρο στην American Academy of Dramatic Arts στη Νέα Υόρκη.

Ντροπαλόςκαι κλειστός, είπε ότι δεν ταίριαζε μετους άλλους σπουδαστές δραματικής πουανυπομονούσαν να δείξουν τις υποκριτικέςτους ικανότητες. Μετά από μια παράστασηστην τάξη με έναν συμφοιτητή, που κατέληξεσε απογοήτευση και καταστροφή, ο Ρέντφορντείπε ότι ο καθηγητής του τον τράβηξεστην άκρη και τον ενθάρρυνε να συνεχίσειτην υποκριτική.

Το 1959, αποφοίτησε από την ακαδημία και πήρε τον πρώτο του ρόλο σε επεισόδιο του Perry Mason. Από εκεί και πέρα, όπως είπε, «η καριέρα μου πήγαινε μόνο προς τα πάνω».

Η μεγάλη του ευκαιρία ήρθε το 1963, όταν πρωταγωνίστησε στο έργο του Νιλ Σάιμον Barefoot in the Park στο Μπρόντγουεϊ — ρόλο που αργότερα επανέλαβε στον κινηματογράφο μαζί με την Τζέιν Φόντα.

Την ίδιαπερίοδο, ο Ρέντφορντ παντρεύτηκε τηΛόλα Βαν Βάγκενεν και δημιούργησεοικογένεια. Το πρώτο του παιδί, ο Σκοτ,πέθανε από σύνδρομο αιφνίδιου βρεφικούθανάτου λίγους μήνες μετά τη γέννησήτου το 1959. Η Σόουνα γεννήθηκε το 1960, οΝτέιβιντ το 1962 και η Έιμι το 1970.

Καθώς ηκαριέρα του στην υποκριτική απογειωνόταν,ο Ρέντφορντ και η οικογένειά τουμετακόμισαν στη Γιούτα το 1961, όπουαγόρασε δύο στρέμματα γης για μόλις 500δολάρια και έχτισε ο ίδιος μια καλύβα.

«Ανακάλυψαπόσο σημαντική ήταν η φύση στη ζωή μου,και ήθελα να βρίσκομαι εκεί όπου η φύσηήταν ακραία και όπου πίστευα ότι θαμπορούσε ίσως να είναι αιώνια», είπεστο CNN.

Ο Ρέντφορντ καθιερώθηκε ως πρωταγωνιστής το 1969 όταν έπαιξε δίπλα στον Πολ Νιούμαν —ήδη μεγάλο σταρ— στο Butch Cassidy and the Sundance Kid. Το γουέστερν για δύο παράνομους κέρδισε τέσσερα Όσκαρ.

Ο Ρέντφορντ είπε ότι «θα είναι για πάντα υπόχρεος» στον Νιούμαν, τον οποίο ευγνωμονούσε γιατί τον βοήθησε να πάρει τον ρόλο. Οι δύο ηθοποιοί είχαν εξαιρετική χημεία στην οθόνη, έγιναν φίλοι για μια ζωή και ξανασυναντήθηκαν το 1973 στο The Sting, που κέρδισε το Όσκαρ καλύτερης ταινίας.

Έναςαπρόθυμος πρωταγωνιστής

Ο Ρέντφορντ πρωταγωνίστησε σε μια σειρά από επιτυχίες στη δεκαετία του 1970: Jeremiah Johnson· The Way We Were, μαζί με τη Μπάρμπρα Στρέιζαντ· The Great Gatsby· και με τον Ντάστιν Χόφμαν στο All The President’s Men το 1976, για το σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ.

Συνεργαζόμενος με τον σκηνοθέτη Σίντνεϊ Πόλακ στο Jeremiah Johnson, ο Ρέντφορντ συγκρούστηκε με το στούντιο για να γυριστεί η ταινία όπως εκείνος ήθελε — μια πρόγευση για την κατοπινή του πορεία ως σκηνοθέτη και την υποστήριξή του στον ανεξάρτητο κινηματογράφο.

«Ήταν μάχη από την πρώτη στιγμή», είπε στο Inside The Actor’s Studio. «Το στούντιο είπε… “Έχεις 4 εκατομμύρια δολάρια, βάλ’ τα σε τράπεζα στο Σολτ Λέικ Σίτι, μπορείς να γυρίσεις όπου θες, αλλά αυτό είναι. Αν το ξεπεράσεις, θα το πληρώσεις από την τσέπη σου”».

Με λιγοστούςδιαλόγους και εντυπωσιακά τοπία, ηταινία αφηγείται την ιστορία ενόςβετεράνου του ΜεξικανοαμερικανικούΠολέμου που εγκαταλείπει το πεδίο τηςμάχης για να επιβιώσει ως κυνηγός στηναμερικανική Δύση.

Η ταινίακυκλοφόρησε περισσότερα από τρία χρόνιαμετά την ολοκλήρωσή της, καθώς, σύμφωναμε τον Ρέντφορντ, ο επικεφαλής πωλήσεωντου στούντιο πίστευε ότι ήταν «τόσοασυνήθιστη» που δεν θα έβρισκε κοινό.

Το Jeremiah Johnson τελικά έφτασε σχεδόν τα 45 εκατομμύρια δολάρια σε εισπράξεις. Δεν ήταν η μοναδική φορά που το πάθος του Ρέντφορντ για την τέχνη του κινηματογράφου τον έφερε σε αντιπαράθεση με τα στούντιο που χρηματοδοτούσαν τη δουλειά του.

«Το λυπηρόείναι ότι ως σκηνοθέτης πρέπει νααντιμάχεσαι τις προκαταλήψεις για τοτι δουλεύει και τι όχι», είπε. «Οιαθλητικές ταινίες δεν δουλεύουν, οιπολιτικές ταινίες δεν δουλεύουν, οιταινίες για τον Τύπο δεν δουλεύουν —κι όμως εγώ έχω κάνει τρεις από αυτές».

Ο Ρέντφορντ έκανε το σκηνοθετικό του ντεμπούτο το 1980 με το Ordinary People, ένα δράμα για μια δυστυχισμένη οικογένεια των προαστίων, που κέρδισε το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας και του χάρισε και το δικό του Όσκαρ Σκηνοθεσίας.

Συνέχισε να πρωταγωνιστεί σε επιτυχημένες ταινίες όπως το The Natural το 1984, που βασίστηκε στο πάθος του για το μπέιζμπολ, και το An Indecent Proposal το 1993, όπου έπαιξε μαζί με τη νεότερη Ντέμι Μουρ.

Αργότερα σκηνοθέτησε το A River Runs Through It το 1993, που κέρδισε τρία Όσκαρ, το Quiz Show το 1994 και το The Horse Whisperer το 1998, όπου επίσης πρωταγωνίστησε.

Όμορφος με τραχύ γοητευτικό τρόπο, ο Ρέντφορντ συχνά επιλεγόταν ως ρομαντικός πρωταγωνιστής σε ταινίες όπως το Out of Africa (1985), αλλά δεν ένιωθε πάντα άνετα με αυτή την ταμπέλα και φοβόταν ότι θα εγκλωβιστεί σε αυτό τον τύπο ρόλων.

«Δενέβλεπα τον εαυτό μου όπως με έβλεπαν οιάλλοι και ένιωθα κάπως παγιδευμένος,γιατί δεν μπορούσα να ξεφύγω από τοκουτί του… ωραίου πρωταγωνιστή», είπε.«Ήταν πολύ κολακευτικό, αλλά ένιωθαπεριοριστικό… χρειάστηκαν πολλά χρόνιαγια να το αποτινάξω».

Μιαδιαρκής επιρροή

Το πάθος του Ρέντφορντ για το περιβάλλον και τον ανεξάρτητο κινηματογράφο συνδυάστηκε όταν ίδρυσε το Sundance Institute το 1981. Ο μη κερδοσκοπικός οργανισμός στηρίζει «τον πειραματισμό και νέες φωνές στον αμερικανικό κινηματογράφο» καθώς και στο θέατρο, ενώ το θέρετρο του Ρέντφορντ στο Sundance, σε ένα φαράγγι πάνω από το Πρόβο της Γιούτα, φιλοξενεί ετήσια εργαστήρια για θεατρικούς συγγραφείς και σεναριογράφους.

Κάθε χρόνο το Ινστιτούτο του Ρέντφορντ διοργανώνει το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Sundance στη Γιούτα — τη μεγαλύτερη ετήσια βιτρίνα ανεξάρτητου κινηματογράφου στις Ηνωμένες Πολιτείες. Πολλοί νέοι σκηνοθέτες έκαναν το μεγάλο τους άλμα μέσω του Sundance, μεταξύ των οποίων ο Στίβεν Σόντερμπεργκ με το Sex, Lies, and Videotape το 1989, ο Κουέντιν Ταραντίνο με το Reservoir Dogs το 1992 και ο Ράιαν Κούγκλερ με το Fruitvale Station το 2013.

Η διαρκής επιρροή του Ρέντφορντ στη βιομηχανία του κινηματογράφου αναγνωρίστηκε το 2002 με ένα τιμητικό Όσκαρ.

Στα τελευταία του χρόνια,ο Ρέντφορντ δεν έχασε ποτέ το πάθος τουγια την αφήγηση μέσω του κινηματογράφουκαι παρέμεινε ένθερμος υποστηρικτήςπεριβαλλοντικών υποθέσεων. Συχνάαπέφευγε να απαντήσει στις ερωτήσειςγια συνταξιοδότηση.

«Θέλω να αξιοποιήσω στοέπακρο ό,τι μου έχει δοθεί», είπε στοCNN και στη Christiane Amanpour το 2015. «Συνεχίζειςνα πιέζεις τον εαυτό σου μπροστά,δοκιμάζεις καινούρια πράγματα και αυτόσε αναζωογονεί».

Διαβάστε περισσότερα στο iefimerida.gr

Keywords
Τυχαία Θέματα