Γράμμα σε κάποιον που φορούσε μπλε…

«Ε, ναι λοιπόν το ομολογώ! Η πρώτη μας φορά σε αδικεί. Με ανάγκασαν να σε γνωρίσω καθώς λόγω του νεαρού της ηλικίας μου αγνοούσα την ύπαρξή σου.

Εξαιτίας σου ωστόσο και προκειμένου να μην… κουβαληθείς σπίτι μου, έκανα πράγματα που δεν ήθελα. Έτρωγα όλο μου το φαγητό, σταματούσα να κλαίω, να ζητάω επίμονα πράγματα και να πειράζω τη μικρή μου αδερφή. Ακόμα και να κοροϊδεύω τον Τάσο από δίπλα. Μου άρεσε να κοροϊδεύω τον Τάσο από δίπλα. Στην πραγματικότητα, τώρα που το ξανασκέφτομαι είσαι η αιτία που τα παιδιά της γειτονιάς με έβαζαν να παίζω πάντα τέρμα («είσαι καλός εσύ», μου έλεγαν) και

με έβρισκαν πρώτο στο κρυφτό. Σε περίπτωση που το ξέχασες, έτρωγα όλο μου το φαγητό. Ήσουν για την παχυσαρκία μου, κάτι σαν το ασανσέρ και οι κυλιόμενες σκάλες για την κυτταρίτιδα στις γυναίκες.

Τόσο φοβερό και τρομερό σε είχαν περιγράψει βλέπεις, που σε είχε φοβηθεί η ψυχή μου! Πάλι καλά όμως που μια μέρα ήρθες τυχαία σπίτι να δώσεις ένα φάκελο στη μαμά μου. Ήσουν όσο ψηλός ήταν και ο μπαμπάς μου, είχες ένα κεφάλι, δυο μάτια, δυο αυτιά, δυο χέρια, δυο πόδια (στο ενδιάμεσο δεν ξέρω) και κανονικά μαλλιά. Το ένα μάλιστα από τα δύο φυσιολογικά σου χέρια μου τσίμπησε το κατακόκκινο μάγουλο που έμοιαζε λες και με είχαν φουσκώσει! Τότε συνειδητοποίησα πως τζάμπα τα φουσκωμένα μάγουλα! Τζάμπα συμβιβαζόμουν τόσο καιρό αφού αλλιώς σε είχε πλάσει η παιδική μου φαντασία.

Από τη στιγμή έτσι που κατάλαβα πως είχα πέσει θύμα εξαπάτησης και δεν συντρέχει κανένας λόγος… ανησυχίας, έγινα πάλι ο παλιός, καλός μου εαυτός! Αφέθηκα στα απλά ωραία καθημερινά πράγματα και στην ξεγνοιασιά της ζωής, ενώ όπως καταλαβαίνεις, απωθημένο μου ήταν το ποδόσφαιρο. Αφού σταμάτησα λοιπόν να ξεχωρίζω από τα άλλα παιδάκια της ηλικίας μου και το περίγραμμά μου επανήλθε στο φυσιολογικό για ένα 7χρονο, του έδωσα και κατάλαβε! Μπάλα, μπάλα, μπάλα! Και μάλιστα όχι πια τέρμα! Η αλήθεια όμως είναι πως σαν παιδιά το είχαμε παρακάνει! Ειδικά εκείνα τα καλοκαιρινά βράδια, σαν παιδιά, ξεπερνούσαμε τα όρια και δεν άντεχες! Σε καταλαβαίνω…

Ώσπου μια μέρα γύρισες κατάκοπος από τη δουλειά (ποιος ξέρει με πόσους εγκληματίες τα είχες βάλει πάλι;) και δικαιολογημένα ξέσπασες. Με κάτι κραυγές και ακαταλαβίστικα λόγια έδιωξες όλους τους φίλους μου και εγώ έμεινα αποσβολωμένος να σε κοιτάω.

«Τι κοιτάς εσύ; Εξαφανίσου, Δεν άκουσες τι είπα;», μου φώναξες με όλη σου τη δύναμη!

«Μα γιατί; Η μαμά μου δεν με έχει φωνάξει ακόμα», απάντησα με… εγκληματική αφέλεια και αυτό ήταν το ασυγχώρητό μου λάθος! Στην ιδέα πως κάποιος δεν σε φοβόταν, «πρασίνισες» (τώρα που το ξανασκέφτομαι ήσουν πραγματικά γελοίος) και άρχισες τα… γαλλικά! Σε αυτό το σημείο θέλω να ξέρεις πως θα σου είμαι για πάντα ευγνώμων γιατί εσύ μου έμαθες την πρώτη μου ξένη γλώσσα συνδυάζοντας εμένα, σύσσωμη την οικογένειά μου και πρόσωπα που δεν είχα δει ποτέ, αλλά με ανάγκασαν να αγαπώ, φιλώντας τις εικόνες τους.

Δεν πέρασε καιρός μέχρι να παραβιάσεις και πάλι με το έτσι θέλω τη ζωή μου, όταν επιτέλους είχα καταφέρει ν

Keywords
Τυχαία Θέματα