Πανεπιστήμια: Η ώρα των μεγάλων αποφάσεων

Τον τελευταίο καιρό γίνονται έντονες συζητήσεις περί του τρόπου ασφαλούς λειτουργίας των Πανεπιστημίων.
Τα πράγματα έχουν φτάσει πλέον στα άκρα και πρέπει κατεπειγόντως να ληφθούν αποφάσεις που αφορούν στον ίδιο το λόγο και τον τρόπο ύπαρξής τους.

Η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από τις δύο επικρατούσες απόψεις. Η πρώτη άποψη, υποστηρίζει πως τα Πανεπιστήμια είναι άσυλα. Η λειτουργία τους και η προστασία τους επαφίεται στα διοικητικά τους όργανα, τα Πρυτανικά Συμβούλια και τις Κοσμητείες. Μόνο σε περιπτώσεις τέλεσης ποινικών αδικημάτων, μπορούν τα Πρυτανικά Συμβούλια

να καλούν στους χώρους τους τις δυνάμεις καταστολής δηλαδή, την αστυνομία.

Η δεύτερη άποψη, υποστηρίζει πως δεν αποτελούν παρά δημόσιες υπηρεσίες, που πρέπει να λειτουργούν με τον τρόπο που λειτουργούν όλες οι υπόλοιπες δημόσιες υπηρεσίες και να προστατεύονται όπως και αυτές. Με τον τρόπο δηλαδή που προστατεύονται τα γραφεία του Λιμενικού Σώματος και της εφορίας, πρέπει να προστατεύονται και τα Πανεπιστήμια.

Η πρώτη άποψη, καίτοι ως αρχή συμφωνούμε με αυτήν, προτάσσεται αγνοώντας τη σημερινή πραγματικότητα. Δηλαδή, με τον τρόπο που νοείται, είναι ανεφάρμοστη. Τα μέλη των Πρυτανικών Συμβουλίων, ούτε το «άσυλο» μπορούν να προστατεύσουν, αλλά ούτε και την τέλεση ποινικώς κολάσιμων πράξεων. Έχουν ουκ ολίγες φορές «αδειαστεί» από την αστυνομία, αλλά κινδυνεύει σαφώς η σωματική τους ακεραιότητα και ό,τι κινητό διαθέτουν, όταν προσπαθούν να ελέγξουν ποινικά κολάσιμες ενέργειες. Αλλά και πότε μια ενέργεια είναι ποινικά κολάσιμη, που επιβάλει να κληθεί η αστυνομία; Είναι ένα ζήτημα που θα πρέπει να οριστεί με ακρίβεια. Οι δυσλειτουργίες των Δημοσίων Πανεπιστημίων, π.χ. οι «καταλήψεις», που θίγουν κατ’εξοχήν τους οικονομικά αδύνατους φοιτητές ή οι καταστροφές δημόσιας περιουσίας, πότε καθίστανται ποινικά κολάσιμες ενέργειες; Είναι σύνηθες να γίνονται καταλήψεις των χώρων και διακοπή της λειτουργίας των Πανεπιστημίων, από ελάχιστα άτομα, χωρίς τη σύμφωνη γνώμη της πλειονότητας των φοιτητών. Πότε τούτο καθίσταται «ποινικά κολάσιμο»; Οι άλλες φοιτητικές παρατάξεις αρνούνται να πάρουν θέση, ακόμα και αν οι καταλήψεις είναι εξόφθαλμα ενέργειες ελαχίστων, επικαλούμενες το ασαφές «άσυλο». Άλλωστε ενιαίος φοιτητικός σύλλογος, που θα μπορούσε να εκφράσει την πλειονότητα των φοιτητών, δεν υφίσταται. Η παλαιότερη ΕΦΕΕ (Εθνική Φοιτητική Ένωση Ελλάδος, το πρώτο καταστατικό της οποίας είχε συντάξει ο Στέλιος Ράμφος), που είχε διαλυθεί από τη δικτατορία των συνταγματαρχών, επανασυστήθηκε το 1971 (αρχικώς υπό τον έλεγχο των δικτατόρων), αλλά έπαψε να λειτουργεί από τη δεκαετία του 1980, λόγω ασυμφωνίας των φοιτητικών παρατάξεων.

Αλλά και οι υποστηρικτές της δεύτερης άποψης βρίσκονται σε λανθασμένη κατεύθυνση, ως μη έχοντας κατανοήσει την ιστορικής εμβέλειας διάσταση του θεσμού των Δημοσίων Πανεπιστημίων. Τα Πανεπιστήμια δημιουργήθηκαν ως διακριτές οντότητες, για να βρίσκονται στην πρωτοπορία της Σκέψης, θεμελιώνοντας το μέλλον των κοινωνιών τους. Τούτο ίσχυε ήδη από εποχής των μεσαιωνικών βιβλιοθηκών των μονών, που μελετούσαν τον Αριστοτέλη και διέπλαθαν το μέλλον της Δύσεως. Πρόκειται περί παραδόσεως που ακόμα βρίσκεται στο συλλογικό μας ασυνείδητο, παρότι οι σημερινές κοινωνίες λειτουργούν διαφορετικά.

Το κύριο χαρακτηριστικό των σημερινών κοινωνιών, είναι η αποδόμησή τους σε ανταγωνιστικές ομάδες, ομάδες «ιδιωτεύουσες», με στόχο τον πλούτο και την εξουσία. Σταδιακά η δημοκρατία, δηλαδή η ελληνική πρόταση περί του τρόπου ύπαρξης των κοινωνιών, άφησε τη θέση της σε μία νέου τύπου φεουδαρχία, με τη γνώση να αποτελεί όπλο προς αυτήν την κατεύθυνση. Η ενίσχυση έτσι της δημόσιας Παιδείας και η ανάδειξη των Δημοσίων Πανεπιστημίων στην πρωτοπορία της δημιουργίας νέας γνώσης, θα αποτελέσουν κύριο μοχλό αναγέννησης των κοινωνιών και της Δημοκρατίας.

Προσοχή όμως: αναφερόμαστε σε πραγματικά δημόσια Πανεπιστήμια, καθόσον τα σημερινά δεν είναι δημόσια. Τα σημερινά ανήκουν στους καθηγητές τους και στους κομματικούς μηχανισμούς, που ο καθένας από τη πλευρά του επιδιώκει να διατηρήσει τα «κατεκτημένα» του. «Στη φοιτητριούλα που σ’ έχει ερωτευθεί, θα σε καταγγείλω πονηρέ πολιτευτή», μας λέει ο Δ.Σαββόπουλος. Στις φοιτητικές συνελεύσεις, η πλειονότητα των φοιτητών είτε απέχει αδιαφορώντας, είτε εντέχνως αποκλείεται. Όλες οι φοιτητικές παρατάξεις είναι -χωρίς να το κρύβουν- προσκολλημένες σε πολιτικά κόμματα, αν όχι παραρτήματά τους. Τα κόμματα φροντίζουν εντέχνως γι’ αυτό: όλοι οι τοπικοί πρόεδροι, όπως και πολλά από τα δραστήρια μέλη τους, τυγχάνουν εύνοιας και αποκτούν πολιτική καριέρα. Οι όποιες δήθεν συλλογικές αποφάσεις των φοιτητών, συμπεριλαμβανομένων των «καταλήψεων», λαμβάνονται από αυτές τις μειοψηφούσες φοιτητικές/κομματικές ή ακόμα και από μία δραματικώς μειοψηφούσα, αλλά «δυναμική»: οι φοιτητές δεν αποφασίζουν συλλογικώς και δημοκρατικώς και αυτό πρέπει να διορθωθεί, αν θέλουμε να έχουμε δημοκρατικές διαδικασίες και πραγματικά δημόσια Πανεπιστήμια. Με άλλα λόγια, τα κόμματα θα προσέφεραν μεγαλύτερη υπηρεσία στην Παιδεία και στην πατρίδα, αν αντί να ψηφίζουν νόμους και «πλαίσια» -που δεν πολυκαταλαβαίνουν, πολλοί «δεν διαβάζουν» κιόλας- απελευθέρωναν τους φοιτητές από την γητεύουσα μέγγενή τους.

Ας έρθουμε στο φλέγον ζήτημα. Τα Πανεπιστήμια σήμερα είναι κυριολεκτικώς αποστράτευτα. «Ελεύθερη διακίνηση ιδεών» δεν υφίσταται. Η άποψη «διαφωνώ με αυτό που λες αλλά θα μάχομαι μέχρι θανάτου για το δικαίωμά σου να το λες» (καταγεγραμμένη ως ειπωθείσα από τον Βολταίρο), δεν ισχύει. Ελάχιστα άτομα μπορούν να κλείνουν τα Ιδρύματα κατά το δοκούν, σε λίγο απλώς θα τηλεφωνούν στους θυρωρούς να τα κλείσουν. Η εύκολη λύση είναι να κληθεί η αστυνομία για να επιβάλει τη δημοκρατία. Άλλωστε και στις πρώην χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού», η αστυνομία έλυνε τα ζητήματα, αποκαθιστώντας τον σοσιαλισμό ή, εν πάση περιπτώσει, αυτόν που εννοούσε το κράτος ως τέτοιον.

Εδώ λοιπόν, επανερχόμαστε στο πρώτο μας ερώτημα: πώς θέλουμε τα «Δημόσιας αποστολής Πανεπιστήμια»; Τα θέλουμε δημόσιες υπηρεσίες, όπως όλες οι άλλες, ή θέλουμε να τους προσδώσουμε αυτονομία και πρωτοπόρο ρόλο στην εξέλιξη της Ιστορίας; Προφανώς τασσόμαστε υπέρ της δεύτερης άποψης, συνεχίζοντας την ιστορική τους πορεία και αποστολή. Για να γίνει όμως κάτι τέτοιο, στα πλαίσια των δημοκρατικών και όχι των προ-νεωτερικών δεσποτικών κοινωνιών, οφείλει τόσο η εκάστοτε πολιτική εξουσία, όσο και οι ίδιες οι πανεπιστημιακές κοινότητες, να υποστηρίξουν αυτήν την επιλογή. Επί του παρόντος, δεν φαίνεται κάποιο από τα δύο αυτά μέρη, να συναινεί προς αυτό.

Η πολιτική εξουσία και σύσσωμη η εκάστοτε Βουλή, εμμένουν σε μία δεσποτική αντιμετώπιση των Πανεπιστημίων. Τελευταία, με τον νόμο-Διαμαντοπούλου, προσπάθησαν να ενισχύσουν αυτήν τη δεσποτεία, με τα «συμβούλια των Πανεπιστημίων», που θα αποτελούνταν από μέλη που θα έχουν εκλέξει οι καθηγητές. Η σοφία όμως των καθηγητών και των επιλεγμένων από αυτούς ιερατείων, δεν θα τους αφαιρεί την ιδιότητα του δεσπότη, τύπου προ-νεωτερικών κοινωνιών (είχαμε τότε προτείνει να υπάρχουν Συμβούλια Πανεπιστημίων, αλλά αυτά να αποτελούνται από εκλεγμένους αντιπροσώπων Επιμελητηρίων, δηλαδή συλλογικών επιστημονικών και παραγωγικών φορέων, αλλά και εκλεγμένα προς τούτο μέλη της Τοπικής Αυτοδιοίκησης).

Αν θέλουμε οι «πανεπιστημιακές κοινότητες» να αποκτήσουν αυτονομία -όρο που χρησιμοποιούν όλοι (επαναλαμβάνουμε: όλοι) οι πολιτικοί προσχηματικώς- θα πρέπει να μπορούν και θεσμικώς να την υποστηρίξουν. Αυτονομία σημαίνει την ύπαρξη ιδίων νόμων. Ζούμε στην εποχή των κοινωνικών συμβολαίων και τέτοιου είδος συμβόλαιο πρέπει να διέπει και τις πανεπιστημιακές κοινότητες. Με άλλα λόγια, τόσο η πλειονότητα της κοινότητος αυτής, δηλαδή οι φοιτητές, όσο και η μειονότητα, δηλαδή οι καθηγητές, οφείλουν να ορίσουν νόμους που θα διέπουν την εύρυθμη λειτουργία της κοινότητάς τους.

Κάτι τέτοιο θα λειτουργούσε άριστα, στη σημερινή μας αδυναμία να διαχειριστούμε το υπαρκτό πρόβλημα των Πανεπιστημίων. Αν δηλαδή όλες οι φοιτητικές παρατάξεις, έρχονταν σε συνεννόηση για την θέσπιση ιδίων νόμων που θα διασφάλιζαν την εύρυθμη λειτουργία των Πανεπιστημίων τους και αν ανελάμβαναν να διασφαλίσουν την τήρησή τους, η εύρυθμη λειτουργία και αποτελεσματική (αυτό)προστασία των Πανεπιστημίων, θα ήταν εξασφαλισμένες. Βεβαίως διασφαλίζοντας και την αντιπροσωπευτικότητά τους. Όπως και τη συνεργασία τους με τη μειονότητα των καθηγητών, έκαστος εφ’ ω ετάχθη.

Ιδού πεδίον δόξης λαμπρόν για το σημερινό Υπουργείο Παιδείας. Αλλά και πεδίον δόξης και για όλα τα υπόλοιπα πολιτικά κόμματα, στα οποία «πρόσκεινται» οι σημερινές φοιτητικές παρατάξεις. Ας κάνουν την αρχή οι πρυτανικές αρχές, που αμήχανα σήμερα παρακολουθούν τα τεκταινόμενα…

Keywords
Τυχαία Θέματα