Οι πρώτες βόμβες του Μπάιντεν

ΚΟΣΜΟΣΈντυπη Έκδοση

 

Ο αμερικανικός στρατός εξαπέλυσε πρόσφατα αεροπορική επίθεση με στόχο τις πολιτοφυλακές που υποστηρίζονται από το Ιράν στη Συρία.

Πρόκειται για την πρώτη στρατιωτική δράση που ανέλαβε η κυβέρνηση Μπάιντεν. Το αμερικανικό Πεντάγωνο δήλωσε ότι η επίθεση ήταν απάντηση σε επιθέσεις εναντίον των ΗΠΑ και του συνασπισμού στο Ιράκ.
Η επίθεση αυτή κατέστρεψε

«πολλές εγκαταστάσεις» που χρησιμοποιούν ιρακινές μαχητικές ομάδες που υποστηρίζονται από το Ιράν, ανέφερε. Αξιωματούχοι της πολιτοφυλακής δήλωσαν ότι ένα άτομο σκοτώθηκε, ενώ το Συριακό Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ανέφερε τουλάχιστον 22 θανάτους. Η περιοχή που δέχθηκε το «χτύπημα» πιστεύεται ότι αποτελεί μέρος όπου πραγματοποιείται επιχείρηση λαθρεμπορίου όπλων από τις πολιτοφυλακές, σύμφωνα με αξιωματούχο των ΗΠΑ
Τα «χτυπήματα» έγιναν για να υποβαθμίσουν την ικανότητα των ομάδων να πραγματοποιούν επιθέσεις και για να στείλουν ένα ηχηρό μήνυμα σχετικό με τις πρόσφατες επιθέσεις, όπως αναφέρουν κυβερνητικές πηγές. Υπενθυμίζεται ότι στις 15 Φεβρουαρίου βομβαρδίστηκαν τοποθεσίες στην πόλη Ερμπίλ, συμπεριλαμβανομένης μιας βάσης που χρησιμοποιείται από τον αμερικανικό συνασπισμό, προκαλώντας τον θάνατο ενός πολιτικού εργολάβου και τραυματίζοντας έξι άτομα.

Προς αναβίωση της συμφωνίας;
Αυτή την περίοδο η κυβέρνηση Μπάιντεν διερευνά τρόπους αναβίωσης της συμφωνίας για τα πυρηνικά του 2015. Επομένως η πρόσφατη επίθεση ερμηνεύεται από πολλούς ως ένα μήνυμα των ΗΠΑ προς την Τεχεράνη: «Απλώς και μόνο επειδή είμαστε πρόθυμοι να καθίσουμε και να μιλήσουμε, αυτό δεν σημαίνει ότι οι πληρεξούσιοί σας μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν στην περιοχή».
Ο στόχος του Μπάιντεν είναι να επανενταχθεί στη συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, την οποία ο Ντόναλντ Τραμπ προσπάθησε να διαλύσει, σύμφωνα με τους «Financial Times». Η απόφαση του Τραμπ να εγκαταλείψει τη συμφωνία του 2015 πριν από τρία χρόνια και να επιβάλει εξοντωτικές κυρώσεις στην Ισλαμική Δημοκρατία κατέστρεψε οποιαδήποτε χαλάρωση ανάμεσα στους δύο μακροχρόνιους εχθρούς. 

Η Τεχεράνη κατηγορεί δικαιολογημένα την Ουάσιγκτον ότι εκείνη παραβίασε πρώτη μια συμφωνία με την οποία το Ιράν είχε συμμορφωθεί. Ωστόσο όλα φαίνεται να οδηγούνται σε αδιέξοδο, καθώς κάθε πλευρά επιμένει ότι η άλλη πρέπει να κάνει την πρώτη κίνηση. Από τη μία η Ουάσιγκτον λέει ότι το Ιράν πρέπει να επιστρέψει σε πλήρη συμμόρφωση και από την άλλη η Τεχεράνη απαιτεί άρση των κυρώσεων που της είχαν επιβληθεί κατά τη διάρκεια της θητείας του Τραμπ.

Η Τεχεράνη το περασμένο Σαββατοκύριακο κατέληξε σε συμβιβασμό με τον Διεθνή Οργανισμό Ατομικής Ενέργειας, ο οποίος παρακολουθεί την πυρηνική δραστηριότητα του Ιράν. Επιπλέον θα επιτρέψει να συνεχιστούν ορισμένες επιθεωρήσεις για τρεις μήνες. Αυτό ανοίγει ένα παράθυρο για την κυβέρνηση Μπάιντεν και τους Ευρωπαίους υπογράφοντες τη συμφωνία για να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις και να συνεργαστούν με το Ιράν στα επόμενα βήματα. 
Οι ΗΠΑ έχουν αρχίσει να χαλαρώνουν τις πιέσεις που ασκούσε η πολιτική του Τραμπ. Έχουν χαλαρώσει τους ταξιδιωτικούς περιορισμούς στους Ιρανούς διπλωμάτες στον ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη και προσφέρθηκαν να συζητήσουν με Ιρανούς αξιωματούχους και τους άλλους υπογράφοντες τη συμφωνία – Γερμανία, Γαλλία, Ηνωμένο Βασίλειο, Κίνα και Ρωσία. Η Τεχεράνη δεν έχει επιβεβαιώσει ότι θα συμμετάσχει.
Η κυβέρνηση Μπάιντεν θα μπορούσε να κάνει περισσότερα για να κερδίσει την εμπιστοσύνη της Τεχεράνης, χωρίς να υποταχθεί στα αιτήματα του Ιράν για άρση των κυρώσεων. Καθώς η ισλαμική αυτή δημοκρατία αντιμετωπίζει μια οικονομία που πλήττεται από κυρώσεις και την πανδημία της Covid-19, η Ουάσιγκτον θα πρέπει να προσφέρει κάποια ανακούφιση.

Η συμφωνία του 2015 έχει τα προτερήματα και τα ελαττώματά της στη διαχείριση του προγράμματος πυραύλων και της περιφερειακής δραστηριότητας του Ιράν. Αλλά, αν η Ουάσιγκτον και η Τεχεράνη βρουν μια διπλωματική οδό για να συμμορφωθούν πλήρως με τη συμφωνία, αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει εφαλτήριο για εντονότερες, μακροπρόθεσμες προσπάθειες για την αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων. 
Η αποτυχία στα πρώτα «βήματα» θα οδηγήσει μόνο σε μεγαλύτερη αστάθεια και θα αυξήσει τον κίνδυνο σύγκρουσης.

Αποδοκιμασία εκ των έσω

Αξίζει να σημειωθεί ότι αρκετοί Δημοκρατικοί εξέφρασαν την αντίθεσή τους με την απόφαση του Μπάιντεν να επιτεθεί στη Συρία.
● Ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Τιμ Κέιν, από τη Βιρτζίνια, δήλωσε ότι «η επιθετική στρατιωτική δράση χωρίς την έγκριση του Κογκρέσου είναι αντισυνταγματική, όταν δεν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις. Το Κογκρέσο πρέπει να ενημερώνεται ταχέως για το ζήτημα αυτό». 
● Ένας άλλος Δημοκρατικός γερουσιαστής, ο Κρις Μέρφι από το Κονέκτικατ, υποστήριξε ότι έχει «απόλυτη εμπιστοσύνη» στις αποφάσεις του Μπάιντεν για την εθνική ασφάλεια και ότι τα «χτυπήματα» της πολιτοφυλακής στις βάσεις του Ιράκ που φιλοξενούν αμερικανικά στρατεύματα είναι «απαράδεκτα».

Ωστόσο οι επιθέσεις απαιτούν έγκριση από το Κογκρέσο, είπε. «Το Κογκρέσο θα έπρεπε να διατηρήσει αυτήν την κυβέρνηση στο ίδιο επίπεδο με τις προηγούμενες κυβερνήσεις και να απαιτήσει σαφείς νομικές αιτιολογήσεις για στρατιωτική δράση, ειδικά μέσα σε χώρες όπως η Συρία, όπου δεν έχει επιτρέψει ρητά καμία αμερικανική στρατιωτική δράση» επισήμανε ο Μέρφι. 
● Το μέλος της Βουλής των Αντιπροσώπων Αρ - Όου Κχάνα, ένας Δημοκρατικός της Καλιφόρνιας στην Επιτροπή Ένοπλων Υπηρεσιών του Σώματος, ισχυρίστηκε ότι «δεν υπάρχει καμία απολύτως δικαιολογία για έναν Πρόεδρο να εγκρίνει μια στρατιωτική επίθεση που δεν είναι αμυντική ενάντια σε μια επικείμενη απειλή χωρίς την άδεια του Κογκρέσου. Πρέπει να αποσυρθούμε από τη Μέση Ανατολή, όχι να κλιμακώσουμε την ένταση. Ο Πρόεδρος δεν πρέπει να κάνει αυτές τις ενέργειες χωρίς να ζητήσει ρητή έγκριση».
Πρόσθεσε δε ότι ο Μπάιντεν είναι τώρα «ο πέμπτος εν συνεχεία Πρόεδρος των ΗΠΑ που διέταξε επιθέσεις στη Μέση Ανατολή».

ΗΠΑΤζο ΜπάιντενΙράκεπίθεσηΣυρίαIssue: 2167Issue date: 4-3-2021Has video: Exclude from popular: 0
Keywords
Τυχαία Θέματα