Αφιέρωμα 1821-2021: Μέρες Ανεξαρτησίας – Ορθοδοξία και εθνική πολιτική

Τα συμπτώματα διάλυσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας άρχισαν να γίνονται αντιληπτά από τον 19ο αιώνα, όταν εμφανίστηκαν οι πρώτες αποσχιστικές τάσεις στους διάφορους υπόδουλους λαούς της Βαλκανικής.

Η αντιπαράθεση ανάμεσα στους χριστιανούς ορθοδόξους και στους μουσουλμάνους Οθωμανούς είχε καθαρά θρησκευτικό χαρακτήρα. Αυτή τη θρησκευτική αντιπαλότητα μεταξύ του χριστιανικού και του μουσουλμανικού κόσμου εκμεταλλεύτηκαν οι Μεγάλες Δυνάμεις προκειμένου να εφαρμόσουν τα δικά τους σχέδια και να οριοθετήσουν τις σφαίρες επιρροής τους διαχωρίζοντας την Ευρώπη από την Ανατολή.


Η παραδοχή

αυτής της πολιτικής ήταν ότι η Ελλάδα αποτελούσε για πολλούς λόγους, γεωγραφικούς και πολιτισμικούς, σφαίρα επιρροής της Ευρώπης και τα σχέδιά της για απελευθέρωση ήταν λογικό να βασιστούν σε αυτή την πολιτική κατεύθυνση. Ωστόσο, από ελληνικής πλευράς δεν υπήρχε ενιαίος στρατηγικός σχεδιασμός πάνω σε αυτή την υπόθεση γιατί συγκρούονταν δυο διαφορετικές τάσεις, που αντιλαμβάνονταν και εκτιμούσαν διαφορετικά τα εθνικά δεδομένα.

Από τη μεριά του το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και οι Φαναριώτες επιθυμούσαν τη διατήρηση του ρόλου που έπαιζαν όντας ενσωματωμένοι στον μηχανισμό της Υψηλής Πύλης. Ο Πατριάρχης ήταν ο ηγέτης του ελληνορθόδοξου μιλιέτ και ως εκ τούτου κάθε νέα κατάσταση έθετε τα προνόμιά του υπό αμφισβήτηση. Αντίθετα, οι ελληνικοί πληθυσμοί που κατοικούσαν στα μικρασιατικά παράλια και στον Πόντο είχαν διαμορφωμένη εθνική συνείδηση και θεωρούσαν πατρίδα τους τα εδάφη που κατείχε η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Και οι Ελλαδίτες είχαν επίσης αναπτυγμένη εθνική συνείδηση που βασιζόταν στη θρησκεία και τον πατροπαράδοτο ελληνικό γεωγραφικό χώρο στον οποίο κατοικούσαν.


Ήδη από το 1669 έως και το 1821, στα Βαλκάνια και στην Εγγύς Ανατολή συντελούνται πολιτικά και πολεμικά γεγονότα τα οποία, σε συνδυασμό με τις κοινωνικές και πνευματικές ζυμώσεις που λαμβάνουν χώρα αυτή την περίοδο στους κόλπους του ελληνισμού, επηρέασαν ιδιαίτερα την πολιτική του Οικουμενικού Πατριαρχείου και γενικότερα της Ανατολικής Εκκλησίας. Η βαθμιαία παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η δυναμική παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων, ιδίως της Γαλλίας και της Ρωσίας, στα πράγματα της Εγγύς Ανατολής, η κοινωνική άνοδος των Φαναριωτών αλλά και η εμφάνιση και διάδοση των «νέων ιδεών» του Διαφωτισμού στον ελληνικό χώρο επηρεάζουν σημαντικά τον πολιτικό ρόλο του Πατριαρχείου.

Παρά την πίεση αυτών των αλλαγών, τα νομικά πλαίσια, δηλαδή τα προνόμια που κατοχύρωναν την ύπαρξη του Πατριαρχείου και των ορθοδόξων υποδούλων μέσα στο οθωμανικό κράτος και ρύθμιζαν τις σχέσεις τους με τη μουσουλμανική κρατική εξουσία, όχι μόνο διατηρήθηκαν ώς το τέλος της περιόδου αυτής αλλά ενισχύθηκαν και διευρύνθηκαν. Είναι φανερό ότι οι πατριάρχες και η ιεραρχία, καθώς επίσης και οι Φαναριώτες, στο σύνολό τους σχεδόν, και γενικά η παραδοσιακή ηγεσία του ελληνισμού θεωρούσε ως άρθρο πίστεως την ανάγκη ειρηνικής συνυπάρξεως του Γένους με την κυρίαρχη οθωμανική πολιτεία.

Οι εθνικιστικές ιδέες που ενθουσίαζαν τους λόγιους και τους εμπόρους της διασποράς, τους αστούς άλλα και την ελληνική νεολαία στο εσωτερικό, δεν είχαν αγγίξει και δεν είχαν πείσει την ηγεσία του Γένους, η οποία να σημειώσουμε ότι έχαιρε μεγάλων προνομίων. Βασικό της επιχείρημα ήταν ότι μια εξέγερση, ακόμα κι αν αυτή είχε επιτυχία, θα έθετε σε κίνδυνο τον υπόλοιπο ελληνισμό.


Ο φόβος των αντιποίνων, ωστόσο, δεν συνιστά πολιτική αλλά περισσότερο υπεκφυγή. Να σημειώσουμε σε αυτό το σημείο ότι δυο υπήρξαν τα γεγονότα που επέδρασαν σημαντικά στην εσωτερική ζωή του Πατριαρχείου στην περίοδο που αναφερόμαστε. Πρώτον η διαρκώς αυξανόμενη ανάμειξη και επιρροή του κοσμικού στοιχείου, ιδίως των Φαναριωτών, στις εκκλησιαστικές υποθέσεις και δεύτερον η εμφάνιση των ιδεών του Διαφωτισμού που επικράτησαν εντυπωσιακά στον ελλαδικό χώρο κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 18ου αιώνα και τις πρώτες του 19ου. Και τα δυο αυτά ιστορικά φαινόμενα απηχούν τις κοινωνικές μεταβολές και τις πνευματικές ζυμώσεις που συντελούνταν κατά την περίοδο αυτή στους κόλπους του ελληνισμού, του υποδούλου και του παροικιακού.
Όσον αφορά στη βαλκανική χερσόνησο, οι χριστιανικοί πληθυσμοί διατήρησαν και διαφύλαξαν τη χριστιανική τους πίστη και τη γλώσσα ως εθνικά χαρακτηριστικά, σε αντιδιαστολή με τον ισλαμικό χαρακτήρα της αυτοκρατορίας.

Ταυτόχρονα, βασική τους πολιτική ήταν να απαλλαγούν από την επίβλεψη του Οικουμενικού Πατριαρχείου, που το θεωρούσαν ως βασικό θεσμό της οθωμανικής εξουσίας. Είναι χαρακτηριστικό, δε, αυτής της επικρατούσας πολιτικής αντίληψης ότι, πρώτα από όλα η Ελλάδα, στην περίοδο που μαχόταν για την ανεξαρτησία της επί Καποδίστρια, θέλησε να αποκοπεί από το Πατριαρχείο. Δεν είναι τυχαίο ότι αργότερα, επί Όθωνος, ένα από τα πρώτα προβλήματα που κλήθηκε να αντιμετωπίσει το νεοσύστατο κρατίδιο ήταν η δημιουργία της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος, που θα αποτελούσε πόλο συσπείρωσής του.

Αυτό χάριζε ένα ιδιαίτερο πολιτικό πλεονέκτημα στο νεοσύστατο κρατίδιο δεδομένου ότι η ελληνική επιρροή στο χριστιανικό μιλιέτ ήταν σημαντικότατη, πράγμα που συγκυριακά βόλευε και την πολιτική των Μεγάλων Δυνάμεων στο Ανατολικό Ζήτημα. Εδώ να σημειώσουμε με έμφαση ότι κατά ευτυχή συγκυρία η Ελλάδα, με τη σταδιακή αλλαγή των συνόρων της, συνέδραμε το Ανατολικό Ζήτημα, που βασικό του μέλημα ήταν η διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Είναι γεγονός ότι καθώς συγκροτείτο η νέα Ελλάδα κομμάτι – κομμάτι, αντιστρόφως ανάλογα διαλυόταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ο κυρίαρχος ρόλος του ελληνορθόδοξου μιλιέτ στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και η επιρροή του και σε μη ελληνικούς πληθυσμούς κέρδισε το ενδιαφέρον της Δύσης, η οποία επένδυσε στη γεωγραφική θέση της Ελλάδας.

Έτσι, αυτή η ιστορική χώρα επιβαλλόταν να αποκοπεί από την Ανατολή και να ενταχθεί στη Δύση μαζί με τα υπόλοιπα χριστιανικά κράτη της αυτοκρατορίας. Η ορθοδοξία υπήρξε κατά κάποιο τρόπο η αιτία της ευρωπαϊκής μας μοίρας και ταυτόχρονα το εμπόδιο να αποκτήσει η χώρα καθαρή ευρωπαϊκή ταυτότητα…


Αν παρατηρήσει κανείς τις σημερινές πολιτικές εξελίξεις θα συνειδητοποιήσει ότι οι διαχωριστικές γραμμές Ανατολής – Δύσης παραμένουν σε ισχύ: η σημερινή Τουρκία παραμένει για τη Δύση μια χώρα αμιγώς ανατολική, παρά την ενόχληση που προκαλεί αυτός ο διακριτός παντού διαχωρισμός στους Τούρκους. Αντίθετα, η Ελλάδα , όπως και η Ρωσία, αλλά και παλιά ευρωπαϊκά εδάφη των Οθωμανών, αποτελούν τα όρια του Δυτικού με τον Ανατολικό κόσμο ή αλλιώς την προσιτή για την Ευρώπη Ανατολή.

Ειδήσεις σήμερα

Το «φάντασμα» της Νταϊάνα πλανάται πάνω από το BBC – Θεσμικός τυφώνας πλήττει τη Βρετανία

Κορωνοϊός: «Στοπ» ΕΜΑ σε δεύτερη δόση AstraZeneca αν παρουσιαστούν θρομβώσεις

Κινητή τηλεφωνία: Αλλαγές στις χρεώσεις – Eυνοϊκότερες συνθήκες για τους πελάτες

Keywords
Τυχαία Θέματα