Αφιέρωμα: 100 χρόνια από τη Συνθήκη της Λωζάννης – Τα γενικά συμπεράσματα της

Η συμφωνία της Συνθήκης της Λωζάννης στις συγκεκριμένες συνθήκες δεν υπήρξε απλώς «έντιμη ειρήνη» για την Ελλάδα, αλλά η καλύτερη δυνατή.                                                           

Το τελικό κείμενο, λοιπόν, προέβλεπε για λογαριασμό της Τουρκίας την ανάκτηση της Ανατολικής Θράκης, της Ίμβρου και της Τενέδου, μιας λωρίδας γης κατά μήκος των συνόρων με τη Συρία, της περιοχής της Σμύρνης και της Διεθνοποιημένης Ζώνης των Στενών, η οποία όμως θα έμενε αποστρατιωτικοποιημένη και αντικείμενο νέας διεθνούς διάσκεψης.

Παραχώρησε τα Δωδεκάνησα στην Ιταλία, όπως προέβλεπε και η Συνθήκη των Σεβρών, αλλά χωρίς πρόβλεψη για δυνατότητα αυτοδιάθεσης. Ανέκτησε πλήρη κυριαρχικά δικαιώματα σε όλη της την επικράτεια και απέκτησε δικαιώματα στρατιωτικών εγκαταστάσεων σε όλη την επικράτειά της εκτός της ζώνης των Στενών.

Η Ελλάδα υποχρεώθηκε να πληρώσει σε είδος (ελλείψει χρημάτων) τις πολεμικές επανορθώσεις. Η αποπληρωμή έγινε με επέκταση των τουρκικών εδαφών της Ανατολικής Θράκης πέρα από τα όρια της Συμφωνίας.

Τα νησιά Ίμβρος και Τένεδος παραχωρήθηκαν στην Τουρκία με τον όρο ότι θα διοικούνταν με ευνοϊκούς όρους για τους Έλληνες. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης έχασε την ιδιότητα του Εθνάρχη και το Πατριαρχείο τέθηκε υπό ειδικό διεθνές νομικό καθεστώς.

Σε αντάλλαγμα, η Τουρκία παραιτήθηκε από όλες τις διεκδικήσεις για τις παλιές περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εκτός των συνόρων της και εγγυήθηκε τα δικαιώματα των μειονοτήτων στην Τουρκία.

Με ξεχωριστή συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας αποφασίστηκε η υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών από τις δύο χώρες και η αποστρατιωτικοποίηση κάποιων νησιών του Αιγαίου.

Τέλος, την ίδια περίπου εποχή, σημειώνουμε ότι η Ελλάδα υπέστη μια μικρή εδαφική απώλεια στα βορειοδυτικά της σύνορα με την Αλβανία. Συγκεκριμένα η πρεσβευτική διάσκεψη επικύρωσε τα ελληνοαλβανικά σύνορα του Πρωτόκολλου της Φλωρεντίας του 1913 και μάλιστα όρισε ως σύνορο Ελλάδας και Αλβανίας τα όρια μεταξύ των καζάδων Κορυτσάς και Καστοριάς, αντί του υδροκρίτη μεταξύ Δέβολη και Αλιάκμονα που ίσχυε σαν σύνορο από το 1913, με αποτέλεσμα 14 χωριά του καζά της Κορυτσάς να περιέλθουν από τότε στην Αλβανία.

Ανταλλαγή πληθυσμών

Η ανταλλαγή πληθυσμών που συμφωνήθηκε δημιούργησε μεγάλες μετακινήσεις ανθρώπων και ακόμα μεγαλύτερα ανθρώπινα δράματα, γιατί εκατοντάδες χιλιάδες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους και τους τόπους καταγωγής τους. Από τη Μικρά Ασία μετακινήθηκαν τότε προς την Ελλάδα 1.650.000 Τούρκοι υπήκοοι χριστιανικού θρησκεύματος. Αντίθετα, από την Ελλάδα προς την Τουρκία μετακινήθηκαν 670.000 Έλληνες υπήκοοι μουσουλμανικού θρησκεύματος.

Το θρήσκευμα ως κριτήριο

Στο άρθρο 2β της Συνθήκης γίνεται χρήση της θρησκευτικής ιδιότητας και όχι της εθνικής· έτσι έχουμε να κάνουμε με τον όρο «μουσουλμάνος» που δηλώνει θρήσκευμα και όχι με τον όρο «Τούρκος» που δηλώνει εθνότητα. Αυτό κρατά από την οθωμανική αυτοκρατορία, στα χρόνια της οποίας η θρησκευτική ιδιότητα ήταν κυρίαρχο συστατικό της σύνθεσής της. Στα Βαλκάνια χρησιμοποιείται ο όρος «Τούρκος» αρκετές φορές ως συνώνυμο του μουσουλμάνου επειδή στο σύστημα των οθωμανικών μιλέτ (ήταν κύριο στοιχείο στη διοίκηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας) όλοι οι μουσουλμάνοι ανήκαν σε μια ενιαία κοινότητα.

Μεταξύ των ανταλλάξιμων περιλαμβάνονταν επίσης οι Έλληνες του Πόντου, αλλά και τουρκόφωνοι Έλληνες, όπως τουρκόφωνοι Πόντιοι και Καραμανλήδες, καθώς και ελληνόφωνοι μουσουλμάνοι, όπως οι Βαλαάδες της Δυτικής Μακεδονίας. Μαζί με τους Έλληνες, πέρασε στην Ελλάδα και αριθμός Αρμενίων και Συροχαλδαίων.

Εξαιρέθηκαν από την ανταλλαγή οι Έλληνες κάτοικοι της νομαρχίας της Κωνσταντινούπολης (οι 125.000 μόνιμοι κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης, των Πριγκιποννήσων και των περιχώρων, οι οποίοι ήταν εγκατεστημένοι πριν από τις 30 Οκτωβρίου 1918) και οι κάτοικοι της Ίμβρου και της Τενέδου (6.000 κάτοικοι), ενώ στην Ελλάδα παρέμειναν 110.000 μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης.

Ο αντίκτυπος της συνθήκης σε Ελλάδα και Τουρκία

Η Συνθήκη Ειρήνης της Λωζάννης, που υπεγράφη, μαζί με τις σχετικές Συμβάσεις, Δηλώσεις και Πρωτοκόλλα, στις 24 Ιουλίου 1923, έγινε δεκτή στην Ελλάδα με ικανοποίηση.

Αυτή υπήρξε η πρώτη, γενικά, αντίδραση που έτεινε να μεταβάλλεται όλο και περισσότερο σε πεποίθηση με την πάροδο του χρόνου. Σε γενικές γραμμές με την συνθήκη αυτή ορίστηκαν τα χερσαία σύνορά μας στην περιοχή του Έβρου, όπως και το καθεστώς των νησιών του Βορείου Αιγαίου.

Επικύρωσε, επίσης, το προγενέστερο πρωτόκολλο περί ανταλλαγής πληθυσμών και όρισε εξαιρέσεις σ’ αυτόν τον κανόνα, όπως και καθόρισε τα δικαιώματα των θρησκευτικών και γλωσσικών μειονοτήτων στις δύο χώρες.

Η συνθήκη αυτή σηματοδότησε το τέλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και αποτέλεσε την ιδρυτική πράξη της δημιουργίας του σύγχρονου τουρκικού κράτους. Η υπογραφή της ακυρώνει με τον πλέον επίσημο τρόπο την Συνθήκη των Σεβρών, μια συνθήκη καθόλου ευχάριστη για την τουρκική πλευρά.

Σημαντική επιτυχία της Τουρκίας υπήρξε η ακύρωση του καθεστώτος των διομολογήσεων, δηλαδή, των συμβάσεων δυνάμει των όποιων παρέχονται εξαιρετικά προνόμια στους υπηκόους ενός κράτους που διαμένουν στο έδαφος ενός άλλου κράτους.

Όπως γίνεται φανερό, αυτό εξυπηρετεί τα σχέδια του Κεμάλ Ατατούρκ να εκδιώξει κάθε μειονότητα ακόμα και τις μουσουλμανικές κοινότητες που δεν ήταν τουρκικές από τη Μικρά Ασία. Η ακύρωση λοιπόν των διομολογήσεων εξυπηρετούσε αφάνταστα το σχέδιο των Νεότουρκων ως συνέχεια της πολιτικής των γενοκτονιών που εφάρμοζαν, ώστε να ξεριζωθεί από την ιστορική της κοιτίδα κάθε εθνότητα. 

Μια άλλη επίσης σημαντική εξέλιξη υπέρ των Τούρκων ήταν ότι η ανταλλαγή πληθυσμών δεν έγινε με ίσους όρους, με αποτέλεσμα να επωφεληθούν οι 650.000 μουσουλμάνοι της Ελλάδας οι οποίοι δεν είχαν θιγεί από τον πόλεμο και είχαν τη δυνατότητα και τον χρόνο να πουλήσουν τις περιουσίες τους ή να τις καταγράψουν και να αποζημιωθούν – και επιπλέον να πάρουν μαζί τους και την κινητή τους περιουσία. Από την άλλη πλευρά, το 1.000.000 ορθόδοξων Ελλήνων έφυγε από τη Μικρά Ασία πριν υπογραφεί η Συνθήκη, πριν την κατάρρευση του Μετώπου σε συνθήκες διωγμού, κι έτσι δεν μπόρεσαν να διασώσουν τίποτα από την κινητή και ακίνητη περιουσία τους.

Τέλος, η Ελλάδα βγήκε ζημιωμένη, καθώς οι μουσουλμάνοι που έφυγαν από τη χώρα μας ήταν και αριθμητικά λιγότεροι από τους αντίστοιχους Έλληνες που εδιώχθησαν από τις πατρογονικές τους εστίες και έξι φορές φτωχότεροι, καθώς οι περισσότεροι μουσουλμάνοι ασχολούνταν με αγροτικές εργασίες ενώ οι Έλληνες είχαν στα χέρια τους το μεγαλύτερο μέρος των εμπορικών συναλλαγών στη Μικρά Ασία…

Από τη Λωζάννη στο Μοντρέ

Το τελευταίο διάστημα, η Τουρκία έχει αρχίσει να αμφισβητεί έντονα τη Συνθήκη της Λωζάννης και ταυτόχρονα να την επικαλείται. Ένα από τα επιτακτικά ζητήματα που θέτει είναι η λεγόμενη αποστρατιωτικοποίηση των νησιών του Αιγαίου. Το θέμα είναι λεπτό αλλά και σαφές όσον αφορά τις ελληνικές θέσεις όπως αυτές εκφράζονται διαχρονικά από το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών. Και μάλιστα φέρει φαρδιά πλατιά και την υπογραφή της Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης.

Ένα από τα θέματα που ετέθησαν στη Συνθήκη Ειρήνης της Λωζάννης ήταν και το καθεστώς των ελληνικών νησιών του Ανατολικού Αιγαίου.

Συγκεκριμένα, το καθεστώς των νήσων Λήμνου και Σαμοθράκης διέπεται από τη Σύμβαση της Λωζάννης για τα Στενά του 1923, η οποία αντικαταστάθηκε με τη Σύμβαση του Μοντρέ του 1936.

Λήμνος και Σαμοθράκη

Η αποστρατιωτικοποίηση των ελληνικών νησιών Λήμνου και Σαμοθράκης, που μαζί με την αποστρατιωτικοποίηση των Δαρδανελλίων, της Θάλασσας του Μαρμαρά και του Βοσπόρου, καθώς επίσης και των τουρκικών νησιών Ίμβρου Τενέδου και Λαγουσών, αρχικώς προβλεπόταν από τη Σύμβαση της Λωζάννης για τα Στενά του 1923, καταργήθηκε από τη Σύμβαση του Μοντρέ το 1936, όπως ρητώς μνημονεύεται στο προοίμιό της, αντικαθιστώντας στο σύνολό της την προαναφερόμενη Σύμβαση της Λωζάννης.

Μυτιλήνη, Χίος, Σάμος και Ικαρία

Επίσης, το καθεστώς των νήσων Μυτιλήνης, Χίου, Σάμου και Ικαρίας διέπεται από τη Συνθήκη Ειρήνης της Λωζάννης του 1923.

Όσον αφορά τα νησιά της Μυτιλήνης, της Χίου, της Σάμου και της Ικαρίας, πουθενά στη Συνθήκη Ειρήνης της Λωζάννης δεν προβλέπεται ότι αυτά θα τελούν υπό καθεστώς αποστρατιωτικοποιήσεως. Τη μόνη υποχρέωση που ανέλαβε η Ελληνική Κυβέρνηση σύμφωνα με το Άρθρο 13 είναι να μην εγκαταστήσει εκεί ναυτικές βάσεις ή οχυρωματικά έργα. Μάλιστα, το άρθρο αυτό επιτρέπει στην Ελλάδα να διατηρεί συνήθη αριθμό καλουμένων για τη στρατιωτική θητεία στρατιωτών, οι οποίοι δύνανται να εκπαιδεύονται επιτόπου, καθώς επίσης και δυνάμεων Χωροφυλακής και Αστυνομίας.

Τέλος,το καθεστώς των Δωδεκανήσων διέπεται από τη Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων του 1947, όπου τα Δωδεκάνησα παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα «κατά πλήρη κυριαρχία» από τη μεταξύ Ιταλίας και Συμμάχων συμφωνία του Απριλίου του 1947. 

Η Τουρκία σε αυτή τη Συνθήκη δεν έχει κανέναν λόγο γιατί δεν συμπεριλαμβάνεται στους συμβαλλόμενους.

Διαβάστε επίσης

Φωτιές: Το «ευχαριστώ» του Μητσοτάκη στους συμμάχους της Ελλάδας για τη βοήθεια

Στις πυρόπληκτες περιοχές του Έβρου και της Ροδόπης την Πέμπτη αποστολή του ΣΥΡΙΖΑ

Αιχμές Ράμα για τη μη πρόσκλησή του στο δείπνο της Αθήνας

Keywords
Τυχαία Θέματα