DW: Τι θα σήμαινε για την άμυνα της Ευρώπης η αποχώρηση των ΗΠΑ

Με τις πρόσφατες δηλώσεις της Γερμανίδας καγκελαρίου, Άνγκελα Μέρκελ, πως η Ευρώπη θα έπρεπε να πάρει τη μοίρα της στα χέρια της, καθώς δεν μπορεί να βασίζεται πλέον στους συμμάχους της, επανέρχεται επί τάπητος το ζήτημα της πορείας της ΕΕ σε έναν κόσμο όπου οι ΗΠΑ υπό την κυβέρνηση Τραμπ αλλάζουν τη γραμμή τους όσον αφορά στην εξωτερική πολιτική, υιοθετώντας μια λιγότερο «φιλική» στάση απέναντι σε παραδοσιακούς συμμάχους τους.

Ο Αμερικανός πρόεδρος
έχει επανειλημμένα αναφέρει πως πολλές χώρες δεν τηρούν τις υποχρεώσεις τους στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, στοχοποιώντας τη Γερμανία ειδικότερα, και απειλώντας να μειώσει την αμερικανική στήριξη σε αυτούς που δεν πιάνουν το όριο του 2% του ΑΕΠ για την άμυνα.

Ένα από τα αναπόφευκτα ερωτήματα που προκύπτουν είναι το εξής: Εάν ο Τραμπ υλοποιήσει τις απειλές του, κατά πόσο θα μπορούσε η Ευρώπη να εγγυηθεί η ίδια την ασφάλειά της, χωρίς την πυρηνική «ομπρέλα» και τη γενικότερη στρατιωτική στήριξη των ΗΠΑ, και μια Ρωσία που θεωρείται όλο και πιο απειλητική στρατιωτικά;

Ο Νικ Γουΐτνεϊ, πρώην στέλεχος του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Άμυνας, σε άρθρο του στην ιστοσελίδα του European Council on Foreign Relations, για το οποίο πλέον εργάζεται, θεωρεί ότι δεν υπήρξε ποτέ ξανά στο παρελθόν τόσο μεγάλη ανάγκη, και συνάμα τόσο μεγάλη ευκαιρία/ συγκυρία, για να πάρει στα σοβαρά η Ευρώπη το συγκεκριμένο θέμα- ειδικά δεδομένης της επικράτησης Μακρόν στη Γαλλία.

At last, the stars are aligned for European #defence | a commentary by Nick Witney @ecfr https://t.co/hmoFiDKCw1

— Christian Thiels (@ThielsChristian) May 26, 2017

Μιλώντας στη Deutsche Welle, ο Γουΐτνεϊ θεωρεί πως η Ευρώπη θα έπρεπε να αφήσει τα παράπονα και να αδράξει την ευκαιρία. «Ήταν πολύ εύκολο να αναγνωρίζουμε τι πρέπει να γίνει και να λέμε “ίσως το επόμενο έτος, όταν τα πράγματα με τον προϋπολογισμό είναι ευκολότερα”» λέει σχετικά στη Deutsche Welle. «Πρέπει να γίνει εκτενής καταγραφή του πού μας λείπουν πράγματα, πού δαπανούμε μεγάλα ποσά πάνω σε πράγματα που δεν χρειάζεται κανείς πια, και πού πρέπει να περικόψουμε άχρηστα πράγματα που αναπαράγονται».

Όπως σημειώνεται στο δημοσίευμα της Deutsche Welle, όταν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις προσπάθησαν να ηγηθούν το 2011, σε κάτι που θα εξελισσόταν αργότερα σε στρατιωτική επέμβαση του ΝΑΤΟ στη Λιβύη, δεν ήταν σε θέση να έχουν τις απαιτούμενες πληροφορίες, δυνατότητες αναγνώρισης και παρακολούθησης κλπ, ενώ σύντομα ξέμειναν από απαραίτητους πόρους, όπως πυρομαχικά- με αποτέλεσμα να αναγκαστούν να βασιστούν στις ΗΠΑ για στήριξη. Ο Γουΐτνεϊ επεσήμανε σε αυτό το σημείο ότι «θα έπρεπε να είχαμε φτάσει στο σημείο να αποσύρουμε εκατοντάδες χιλιάδες μη κατευθυνόμενες βόμβες και να δαπανάμε πολλά χρήματα σε έξυπνα όπλα». Αλλά είναι «αρκετά σίγουρος» ότι αυτό δεν έχει συμβεί.

Ο Σβεν Μπίσκοπ, διευθυντής του Ινστιτούτου Egmont, του Βασιλικού Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων του Βελγίου, συμφωνεί η καλύτερη ελπίδα της Ευρώπης για αυτάρκεια είναι να υπάρξει επιτέλους συνεργασία σε αμυντικές επενδύσεις και δαπάνες. Με αυτό που ο Μπίσκοπ χαρακτηρίζει την πολιτική «Trump First», αναφέρει στη DW πως τα αμερικανικά συμφέροντα μπορεί ή δεν μπορεί να συμπίπτουν με αυτά της Ευρώπης- και όταν δεν συμβαίνει αυτό, η Ευρώπη δεν θα έχει επιλογή σχετικά με το σε ποια χέρια βρίσκεται η μοίρα της. Οπότε, ο Μπίσκοπ συστήνει μια πολιτική «Europe First».

Trump First, by Sven Biscop @EgmontInstitute: https://t.co/a2mzfvOFNq #Trump #NATO #Europe #EU pic.twitter.com/4h5PAV67Ax

— Egmont Institute (@EgmontInstitute) May 29, 2017

Όπως αναφέρεται στη συνέχεια του δημοσιεύματος της DW, ο Μπίσκοπ εκτιμά πως ο φόβος περί στρατιωτικής απειλής από τη Ρωσία είναι υπερβολικός, καθώς αφ'ενός η Ρωσία είναι πιο αδύναμη από ό,τι θέλει να φαίνεται, αφ'ετέρου οι χώρες της ΕΕ μαζί, με 1,5 εκατ. στρατιώτες, είναι ισχυρές- αλλά όχι αρκετά ισχυρές. «Όταν έχουμε να κάνουμε με την προβολή ισχύος έξω από την περιοχή μας, δεν μπορούμε να το κάνουμε χωρίς τις ΗΠΑ, επειδή δεν έχουμε επενδύσει στα στρατηγικά μέσα- μεταφορά μεγάλων αποστάσεων, δορυφόρους, drones, ανεφοδιασμό στον αέρα» σημειώνει, υπογραμμίζοντας πως προτεραιότητα της Ευρώπης θα έπρεπε να είναι η ανάπτυξη τέτοιων δυνατοτήτων, και εκφράζοντας την ελπίδα πως η Μέρκελ και ο Μακρόν θα συμπλεύσουν προς την κατεύθυνση της δημιουργίας ενός «πυρήνα» από χώρες που θα μοιραστούν αυτά τα έξοδα. Βεβαίως, κάτι τέτοιο θα ήταν δύσκολο, μεταξύ άλλων και λόγω του ότι οι αμυντικές βιομηχανίες των διαφόρων χωρών δεν θα επιθυμούσαν να αφήσουν το μερίδιο της «πίτας» που τους αντιστοιχεί. Ωστόσο, κατά τον Μπίσκοπ, τέτοιου είδους συλλογική λειτουργία θα βοηθούσε στην αντιμετώπιση του οικονομικού ζητήματος.

Από πλευράς του, ο Μπρούνο Λέτε, του German Marshall Fund, εκτιμά ότι η Ευρώπη εμποδίζει η ίδια τον εαυτό της, παρά το ότι οι ένοπλες δυνάμεις της είναι μεταξύ των ισχυρότερων και πιο τεχνολογικά προηγμένων στον κόσμο. «Χωρίς τις μοναδικές δυνατότητες δημιουργίας συμμαχιών των ΗΠΑ εντός του ΝΑΤΟ, σήμερα η Ευρώπη θα είχε πρόβλημα να ενωθεί και να οργανώσει αποτελεσματικά την άμυνά της» λέει ο Λέτε, αναφερόμενος στην ανάγκη για αμερικανικά στρατηγικά μέσα και πλατφόρμες διοικήσεως και ελέγχου, καθώς και παρακολούθησης και πληροφοριών. «Είναι ειδικά σε αυτούς τους τομείς που υστερεί η Ευρώπη, και όπου οι ΗΠΑ προσθέτουν τόσο μεγάλη αξία. Αν η Ευρώπη είναι αναλάβει η ίδια την άμυνά της, είναι αυτό το κενό που θα πρέπει να καλυφθεί πρώτο».

Επίσης, υπάρχει πάντα και το θέμα της πυρηνικής αποτροπής: Τι θα σήμαινε για την Ευρώπη εάν χανόταν η αποτρεπτική ισχύς του αμερικανικού πυρηνικού οπλοστασίου; Ο Γουΐτνεϊ του ECFR εκτιμά πως, αν και σήμερα η Ρωσία έχει τη δυνατότητα να εισβάλει στις χώρες της Βαλτικής, αλλά είναι μάλλον απίθανο να το κάνει, «εάν υπήρχαν αμφιβολίες για την αμερικανική πυρηνική αποτροπή, τότε μπορεί να ήταν δελεαστικό για ένα “γεράκι” στο Κρεμλίνο να πει πως “μπορούμε να το τραβήξουμε στα άκρα επειδή ξέρουν ότι, στο τέλος, θα πρέπει να κάνουν πίσω”».

An extended joint Franco-British nuclear umbrella, the obvious way to develop European nuclear deterrent - N. Witney https://t.co/7Uvx1pyj0r

— ECFR (@ecfr) March 23, 2017

Με τις σχέσεις Βρετανίας- Ευρώπης να βρίσκονται σε ασταθές έδαφος, λόγω Brexit, το βάρος της ευρωπαϊκής πυρηνικής αποτροπής θα έπεφτε στη Γαλλία. Η επέκταση της γαλλικής πυρηνικής αποτροπής και στην υπόλοιπη Ευρώπη δεν θα απαιτούσε μόνο βήματα τεχνολογικής φύσης, μα και αλλαγή στάσης, αναφέρει ο (Βρετανός) Γουΐτνεϊ, και όχι μόνο από τους Γάλλους, που δεν ήταν ποτέ πρόθυμοι να μοιραστούν. «Στους Γερμανούς δεν άρεσε να βρίσκονται κάτω από την πυρηνική ομπρέλα κανενός, αλλά αν πρέπει να είναι, προτιμούν να είναι των Αμερικανών και όχι των Γάλλων, που θα υιοθετούσαν το ρόλο και τον “αέρα” των “υπερασπιστών της Ευρώπης”» σημειώνει σχετικά- προσθέτοντας ότι οι Ευρωπαίοι θα πρέπει να τα ξεπεράσουν αυτά και να βρουν τρόπους να καταστήσουν αμοιβαία την πυρηνική ομπρέλα, διαμοιραζόμενοι τις ευθύνες και τα κόστη.

-- This feed and its contents are the property of The Huffington Post, and use is subject to our terms. It may be used for personal consumption, but may not be distributed on a website.

Keywords
Τυχαία Θέματα