Financial Times: Η κρίση, η Ελλάδα και ο ρόλος της Κομισιόν

Σε όλους αρέσει να βρίζουν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Στις ομαλές περιόδους, θεωρείται ότι είναι απομακρυσμένη, αναποτελεσματική και δεν λογοδοτεί πουθενά. Μετά την κρίση στην ευρωζώνη, όμως, της έχουν απαγγελθεί και σοβαρότερες κατηγορίες για το πώς αντιλαμβάνεται τα χρηματοοικονομικά και τις χρηματοπιστωτικές αγορές. Οι πιο πρόσφατες προέρχονταν από την εσωτερική έκθεση του ΔΝΤ όσον αφορά τη δική του συμμετοχή στην πρώτη διάσωση της Ελλάδας.
Αυτή «λούζει» την Κομισιόν για έλλειψη πείρας στην επόπτευση της διαρθρωτικής προσαρμογής της χώρας και για κρίση διοίκησης γενικότερα.

Οι επικρίσεις εναντίον της Κομισιόν, για την ακρίβεια, έχουν καθορίσει τον όλο σχολιασμό για την κρίση χρεών. Όποτε μπαίνουν στο μικροσκόπιο το ΔΝΤ, η ΕΚΤ και η Κομισιόντρόικα που οργάνωσε την ελληνική διάσωση- η τελευταία πάντα σκιαγραφείται υπό τον δυσμενέστερο φωτισμό. Παρά τις πολλές αστοχίες του ΔΝΤ, τα μέλη της ευρωζώνης εξακολουθούν να εμπιστεύονται την τεχνική του επάρκεια. Παράλληλα, στο πρόγραμμα αγορών ομολόγων ΟΜΤ της ΕΚΤ, αποδίδονται εύσημα για τη μείωση του κινδύνου διάλυσης της ευρωζώνης.

Η Κομισιόν, από την πλευρά της, δεν τα έχει κάνει όλα σωστά, αλλά έχει κάνει πολύ καλύτερη δουλειά απ’ όσο ισχυρίζονται οι επικριτές της. Ειδικά μάλιστα καθώς λειτουργεί υπό τις περίπλοκες πολιτικές δομές και τα δεσμά που της επιβάλλουν τα κράτη μέλη.

Το πιο σημαντικό στοιχείο είναι ότι, αντίθετα με τους εταίρους της στην τρόικα, η Κομισιόν δεν έχει ιδεολογική, αλλά ορθολογική υπόσταση. Με δεδομένη την αλληλεξάρτηση των οικονομιών της ευρωζώνης, έχει δώσει έμφαση στη σημασία που έχει να αποτραπούν οι μεταστάσεις. Αναγκαστικά παρουσιάζεται πιο υποστηρικτική ως προς τις διασώσεις, γεγονός που έχει κάνει την Γερμανία να θεωρεί την ηγεσία της σπάταλη και… μεσογειακή. Ωστόσο, ως προστάτιδα των ευρωπαϊκών συμφωνιών, η Κομισιόν χρειάστηκε να βάλει το ευρύτερο καλό της Ευρώπης πάνω από το στενό συμφέρον ενός μικρού αριθμού πανίσχυρων πιστωτών.

Η Κομισιόν επίσης κατανοεί την ευρωπαϊκή πολιτική και τη διαδραστικότητα της οικονομίας της, έτσι όπως δεν την κατανοεί το ΔΝΤ. Η διαμάχη για την Κύπρο είναι το τέλειο παράδειγμα. Φοβούμενη τη μετάσταση, η Κομισιόν προώθησε προτάσεις που θα απέτρεπαν την επιβολή «κουρέματος» στους καταθέτες των κυπριακών τραπεζών. Το ΔΝΤ, εξαιτίας της επιθυμίας του να μειώσει τον τελικό λογαριασμό ώστε να ισχύσει το κριτήριό του για «βιωσιμότητα του χρέους», δεν ήταν τόσο ενάντιο σε αυτό το «κούρεμα». Το ΔΝΤ γνώριζε ότι θα κερδίσει: Η συμμετοχή του ήταν απαραίτητη για να εξασφαλιστεί η σύμφωνη γνώμη των κοινοβουλίων της Γερμανίας και της Φινλανδίας.

Εν τέλει το κυπριακό πακέτο πράγματι, όπως ήθελε το ΔΝΤ, έπληξε τους καταθέτες. Δεν υπήρξε άμεση οικονομική μετάσταση. Αλλά η παρέμβαση υποχρέωσε να εισαχθούν έλεγχοι κεφαλαίων, που είναι εντελώς ασύμβατοι με τη νομισματική ένωση. Ακόμη πιο σημαντικό είναι το γεγονός ότι η παρέμβαση περιέπλεξε τις πολιτικές συζητήσεις για την «υποχρεωτική συμμετοχή» των επενδυτών, υπονομεύοντας κάποια στοιχεία της προτεινόμενης τραπεζικής ενοποίησης της ευρωζώνης. Επιπλέον, με δεδομένες τις πρόσφατες εξελίξεις στον τραπεζικό κλάδο, είναι πιθανόν η Κύπρος να χρειαστεί και περισσότερα κεφάλαια, πριν περάσει πολύ καιρός. Καθώς οι πολιτικές διάσωσης συνδέονται ταχέως στην Ευρώπη, αυτό θα μπορούσε να έχει επίπτωση στις διαβουλεύσεις για την Ελλάδα και την Πορτογαλία, που προσπαθούν να εξέλθουν από τα πρώτα πακέτα διάσωσης φέτος.

Αυτή θα είναι μια πολιτική μετάσταση του είδους που η Κομισιόν συνυπολογίζει όταν παρέχει τις συμβουλές της για τη διαχείριση μιας κρίσης. Το γεγονός ότι οι πιστώτριες χώρες επιλέγουν να το αγνοούν αυτό δεν σημαίνει ότι κάνει λάθος.

Θα μπορούσε κάποιος να είναι πιο επικριτικός για τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίστηκαν την Ελλάδα επίσης το ΔΝΤ και τα μέλη της ευρωζώνης. Το ΔΝΤ παραδέχεται ότι υπερεκτίμησε τη μακροχρόνια πολιτική δέσμευση των Αθηνών στο πρόγραμμα διάσωσης. Όμως, η Κομισιόν δεν ακούει τίποτα καλό που ορθώς προέβλεψε ότι η κυβέρνηση δεν θα καταφέρει να ολοκληρώσει την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων. Στην πραγματικότητα, τα διαρθρωτικά προβλήματα στην Ελλάδα ήταν τέτοια, που η θεραπεία σοκ ήταν ο μόνος βιώσιμος δρόμος για το μέλλον

Όσο περισσότερο κρατούσε το πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων, τόσο πιθανότερο θα ήταν να ξεθυμάνει η δέσμευση της πολιτικής ελίτ της Ελλάδας. Αν και το ΔΝΤ τώρα παραδέχεται ότι δεν υπήρχαν πολλές επιλογές πέρα από τη θεραπεία σοκ, γιατί τα κράτη της ευρωζώνης δεν ήταν πρόθυμα να δανείσουν άλλα κεφάλαια, συνεχίζει να υποστηρίζει ότι η επιβολή κουρέματος στους ιδιώτες επενδυτές των ελληνικών κρατικών ομολόγων νωρίτερα θα ήταν ευνοϊκή για την οικονομία. Όμως οι ευρύτερες πολιτικές, οικονομικές και χρηματοπιστωτικές επιπτώσεις εκείνης της περιόδου ήταν -και παραμένουν- άγνωστες.

Η Γερμανία, η Γαλλία και άλλες ισχυρές χώρες συνεχίζουν να προπαγανδίζουν υπέρ μιας ευρωζώνης που θα χτιστεί πάνω σε συνεργασία κρατών και όχι σε ισχυρούς θεσμούς, όπως η Κομισιόν. Αλλά αυτό εξυπηρετεί μόνο τις ίδιες. Τέτοιες απαιτήσεις ήταν που δημιούργησαν ελαττώματα στον σχεδιασμό της ευρωζώνης, τα οποία κατέληξαν στη διόγκωση των ανισορροπιών και στο ξέσπασμα της κρίσης. Ακόμη και σήμερα, οι μεταρρυθμίσεις τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο παραμένουν εύθραυστες εξαιτίας αυτού.

Η λήψη αποφάσεων σε εθνικό επίπεδο αποδείχθηκε ακατάλληλη βάση για την ευρύτερη ευρωπαϊκή σταθερότητα. Εν τέλει, για μια ευρωζώνη που θα έχει διάρκεια και επιτυχία θα χρειαστούν πιο ισχυροί -και υπόλογοι- υπερεθνικοί θεσμοί. Από όσους υπάρχουν, μια ισχυρή Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει τα περισσότερα προσόντα γι’ αυτόν τον ρόλο.

Πηγή: euro2day

Keywords
Τυχαία Θέματα