Το δεύτερο ημίχρονο της διαπραγμάτευσης και τα προγνωστικά (άρθρο)

14:15 7/4/2017 - Πηγή: ΕΡΤ

Του Γιώργου Χ. Παπαγεωργίου

Οι εκπρόσωποι των δανειστών αναμένεται να επιστρέψουν για να ολοκληρωθεί η τεχνική συμφωνία που θα περιγράφει τα μέτρα για τις συντάξεις και το αφορολόγητο, αλλά η ουσιαστική διαπραγμάτευση θα ολοκληρωθεί μετά το κλείσιμο της αξιολόγησης και αφορά στην αναδιάρθρωση του χρέους και το ύψος των πλεονασμάτων τα επόμενα χρόνια.

Στην πραγματικότητα η διαπραγμάτευση για το χρέος και τα πλεονάσματα

διεξάγεται απευθείας μεταξύ του ΔΝΤ και του Βερολίνου, καθώς το αποτέλεσμα θα καθορίσει κατά πόσον το Ταμείο θα συμμετάσχει χρηματοδοτικά στο ελληνικό πρόγραμμα, όπως ζητούν οι Γερμανοί.

Προς το παρόν οι συζητήσεις γίνονται παρασκηνιακά και η εικόνα αναμένεται να ξεκαθαρίσει στην εαρινή σύνοδο του ΔΝΤ στην Ουάσιγκτον, στις 21-23 Απριλίου.

Η κρισιμότητα των συζητήσεων αυτών φαίνεται και από το γεγονός ότι ο πρόεδρος του Eurogroup Γιερούν Ντάιζελμπλουμ, μετά το Eurogroup της Μάλτας δεν ξεκαθάρισε τι θα συμβεί εάν η Ελλάδα θα μπορέσει να πάρει τη δόση της χρηματοδότησης για να πληρώσει τις υποχρεώσεις της τον Ιούλιο, εφόσον δεν έχει εν των μεταξύ κλείσει η συνολική συμφωνία, παρότι ρωτήθηκε σχετικά από τους δημοσιογράφους.

Το ζήτημα του χρέους είναι καθοριστικό, διότι μπορεί τα όποια μέτρα ελάφρυνσης να εφαρμοστούν μετά το 2018, αλλά εάν προσδιοριστούν με σαφή τρόπο από τώρα, το σκηνικό για τα επόμενα χρόνια θα ξεκαθαρίσει και θα υπάρξουν οι προϋποθέσεις για σταθεροποίηση της οικονομίας.

Ομοίως, εάν χαλαρώσουν οι στόχοι για το περίσσευμα που θα πρέπει να βγάζει ο προϋπολογισμός κάθε χρόνο (το λεγόμενο πρωτογενές πλεόνασμα), θα υπάρχει και μικρότερη ανάγκη για νέους φόρους και περικοπές στους κρατικούς προϋπολογισμούς των επομένων ετών.

Αντιστρόφως, όσο καθυστερεί η συγκεκριμενοποίηση των μέτρων για το χρέος και όσο αυστηρότερες είναι οι δεσμεύσεις για τα πλεονάσματα τόσο δυσκολότερη θα είναι η ανάκαμψη της οικονομίας.

Σε κάθε περίπτωση η πίεση τουλάχιστον για τα επόμενα τρία χρόνια είναι δεδομένη, αφού έχει ήδη συμφωνηθεί ότι οι προϋπολογισμοί θα πρέπει να βγάζουν περίσσευμα της τάξης του 3,5% του ΑΕΠ κάθε χρόνο, που με τα σημερινά δεδομένα αντιστοιχεί σε περισσότερα από 6 δισ. ευρώ κάθε χρόνο.

Ακόμα και εάν τα όποια μέτρα συνδεθούν με τα λεγόμενα «αντίμετρα», η ουσία είναι ότι οι προϋπολογισμοί των επομένων ετών θα είναι προϋπολογισμοί λιτότητας, για να εξοικονομούνται χρήματα και να πληρώνονται οι τόκοι.

Τα πλεονάσματα συνδέονται άμεσα με το χρέος, αφού το ποσό που θα περισσεύει στον προϋπολογισμό θα κατευθύνεται στην πληρωμή των τόκων, επομένως όσο υψηλότερα είναι τα πλεονάσματα, τόσο μικρότερη θα είναι η ελάφρυνση του χρέους που θα χρειαστεί.

Αυτός είναι και ο λόγος που η Γερμανία επιμένει για υψηλά πλεονάσματα για μεγάλο χρονικό διάστημα, για να χρειαστούν τα λιγότερα δυνατά μέτρα για το χρέος.

Η αντίφαση είναι ότι ενώ το ΔΝΤ έχει ξεκάθαρα χαρακτηρίσει ανέφικτη την επίτευξη τόσο ψηλών πλεονασμάτων σε βάθος χρόνου, δέχεται το στόχο του 3,5% και μένει να καθοριστεί εάν το χρονικό διάστημα εφαρμογής του θα επεκταθεί και πέραν του 2020.

Η ελληνική πλευρά έχει προτείνει ορισμένες εναλλακτικές, όπως η σύνδεση των στόχων για το πλεόνασμα με το ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ ή η διάθεση ενός μέρους των πλεονασμάτων για αναπτυξιακούς σκοπούς, αλλά τον τελευταίο λόγο για το ζήτημα θα τον έχουν οι δανειστές.

Keywords
Τυχαία Θέματα