Χρέος… για πολιτική επιβίωση

ΠΟΛΙΤΙΚΗΈντυπη Έκδοση

Με τη συγκρότηση του Εθνικού Ραδιοτηλεο­πτικού Συμβουλίου την περασμένη εβδομάδα έκλεισε ένα μεγάλο μέ­τωπο της κυβέρνησης, αυτό της ρύθμισης του ραδιοτηλεοπτικού το­πίου, στο οποίο επεν­δύθηκε πολύς χρόνος και κόπος, αλλά η κα­τάληξη ήταν μάλλον ά­δοξη σε σύγκριση με τη βασική κυβερνητική επιδίωξη για μια καθα­ρή πολιτική νίκη κατά της διαφθοράς και της διαπλοκής που θα αντι­στάθμιζε τη φθορά στο πεδίο της οικονομίας.

Πλέον οι τόνοι χαμηλώ­νουν και το θέμα της ρύθμισης του ραδιοτη­λεοπτικού τοπίου περ­νάει σε δεύτερη μοίρα, προκειμένου η κυβέρνηση να επικεντρωθεί

στο απολύτως ζωτικό γι’ αυτήν ζήτημα του χρέους.

Για την κυβέρνηση το θέμα του χρέους είναι στρατηγικής σημα­σίας στον βαθμό που, όπως έχει πολλές φορές διακηρύξει ο πρω­θυπουργός, η απομείωση θα επι­τρέψει να δημιουργηθεί κρίσιμος δημοσιονομικός χώρος και θα απε­λευθερωθούν πόροι - που σήμερα κατευθύνονται στην ετήσια εξυπη­ρέτηση του χρέους - για κοινωνική και αναπτυξιακή πολιτική.

Ουσιαστικά το τρίπτυχο απομεί­ωση χρέους - ένταξη στην ποσοτι­κή χαλάρωση - επιστροφή στις α­γορές, σύμφωνα με την ανάλυση της κυβέρνησης, θα εμπεδώσει το μήνυμα σταθερότητας στη διεθνή επενδυτική κοινότητα, θα επιτρέ­ψει την προσέλκυση μακροπρόθε­σμων επενδύσεων και θα ανοίξει τον δρόμο για την ανάπτυξη.

Κερδίζει χρόνο

Κοινώς, η ρύθμιση του χρέους είναι το στοιχείο που θα δώσει τη δυνατότητα στην κυβέρνηση να συντηρήσει την ελπίδα της ανά­καμψης (ομαλοποίηση της οικονο­μίας, επιστροφή της ρευστότητας κ.λπ.) και της ανάπτυξης, η οποία με τη σειρά της θα οδηγήσει σε νέ­ες θέσεις εργασίας, μείωση της α­νεργίας, αποκατάσταση των απω-λειών της κρίσης κ.ο.κ.

Μια θετική εξέλιξη στο θέμα του χρέους, σε συνδυασμό και με την επίτευξη συμφωνίας για χαμηλό­τερα πλεονάσματα μετά το 2018, θα σημάνει για την κυβέρνηση ότι έχει στα χέρια της ένα αφήγημα με το οποίο θα μπορεί να πορευτεί και να ανακάμψει κλείνοντας τη δημοσκοπική ψαλίδα, που δείχνει να μεγαλώνει. Εν ολίγοις, ο «καθαρός διάδρομος δεκαετίας» για τον ο­ποίο γίνεται λόγος το τελευταίο δι­άστημα θα δώσει στην κυβέρνηση τη δυνατότητα να κερδίσει πολιτι­κό χρόνο κι εν τέλει θα επιτρέψει την πολιτική της επιβίωση, μια και ο διακηρυγμένος στόχος είναι οι εκλογές να γίνουν στο τέλος της τετραετίας, το 2019, μετά τη λήξη του προγράμματος και όχι νωρίτε­ρα.

Από την άλλη, υπάρχει και ένα ακόμη ζήτημα, αυτό της τήρησης των συμφωνηθέντων, για το οποίο παγίως κάνει λόγο ο Αλέξης Τσίπρας αναφορικά τόσο με τη συμ­φωνία του Ιουλίου 2015 όσο και με τη συμφωνία του Eurogroup της 24ης Μαΐου. Με δεδομένο το ότι η κυβέρνηση επιχειρεί να προβάλει τη φυσιογνωμία μιας πολιτικής δύ­ναμης που έσπασε τη «διεθνή απο­μόνωση» της χώρας και συνομιλεί ισότιμα με τους Ευρωπαίους εταί­ρους, η καθυστέρηση στις συζητή­σεις για το χρέος ξεθωριάζει αυτή την εικόνα στέλνοντας το μήνυμα ότι ο πρωθυπουργός και η κυβέρ­νηση όχι μόνο δεν συνομιλούν ισό­τιμα, αλλά υποτάσσονται στις προ­τεραιότητες της ηγέτιδας ευρωπα­ϊκής δύναμης, της Γερμανίας.

Το βλέμμα στο Eurogroup

Σε κάθε περίπτωση ο χρόνος με­τρά αντίστροφα, καθώς απομέ­νουν περίπου τρεις εβδομάδες για το κρίσιμο Eurogroup της 5ης Δε­κεμβρίου, χρόνος που μοιάζει ε­ξαιρετικά σύντομος, προκειμένου να τηρηθεί το χρονοδιάγραμμα που έχει θέσει η κυβέρνηση: να υ­πάρχει συμφωνία σε τεχνικό επίπε­δο (staff level agreement) μεταξύ των ελληνικών κλιμακίων με αυτά των Βρυξελλών και στο Eurogroup να κλείσει η δεύτερη αξιολόγηση, να αποφασιστούν τα βραχυπρό­θεσμα μέτρα και να συγκεκριμενοποιηθούν τα μεσοπρόθεσμα και τα μακροπρόθεσμα μέτρα για την απομείωση του χρέους. Σύμφωνα με την κυβέρνηση, αυτό θα επιτρέ­ψει την ένταξη στην ποσοτική χα­λάρωση και θα εξασφαλίσει έναν «καθαρό διάδρομο δεκαετίας» που θα επαναφέρει την εμπιστο­σύνη στην ελληνική οικονομία.

Στο μεταξύ η κυβέρνηση επιχει­ρεί να προλάβει καταστάσεις επι­μένοντας πως θέλει η αξιολόγη­ση να κλείσει στο προβλεπόμενο χρονοδιάγραμμα, «δίχως υποχω­ρήσεις αρχών» αλλά και χωρίς «ά­σκοπες κωλυσιεργίες» ή «αχρεί­αστες καθυστερήσεις» από την πλευρά των δανειστών, όπως α­φήνεται να εννοηθεί (βλ. Σόιμπλε και ΔΝΤ), αν προκύψουν απαιτή­σεις που «δεν σχετίζονται ή υπερ­βαίνουν τη συμφωνία του Ιουλίου του 2015».

Πάντως, πλέον το κυβερνητικό επιτελείο φαίνεται να εστιάζει σε μια οριστική απόφαση για τα βρα­χυπρόθεσμα, που θα περιλαμβά­νει και δέσμευση για την άμεση εφαρμογή τους, και από εκεί και πέρα κάνει λόγο για συγκεκριμε­νοποίηση των μεσοπρόθεσμων/ μακροπρόθεσμων μέτρων σε μια συζήτηση που θα είναι «διαρκής», ώστε να δοθεί η αίσθηση ότι έστω και με πιο αργούς από τους υπολο­γιζόμενους ρυθμούς η σχετική δι­αδικασία προχωράει.

Την ίδια ώρα καταβάλλει προ­σπάθεια να κλείσει συζητήσεις πε­ρί επικείμενου 4ου μνημονίου, αν τελικά το ΔΝΤ αποφασίσει να παραμείνει στο πρόγραμμα όχι ως τεχνικός σύμβουλος, όπως είναι σήμερα, αλλά και ως χρηματοδό­της. Σύμφωνα με τα όσα είπε για τη δεύτερη περίπτωση ο κυβερ­νητικός εκπρόσωπος και υπουρ­γός Επικρατείας Δημήτρης Τζανακόπουλος πρόσφατα, «η πάγια πρακτική καθ’ όλη τη διάρκεια των προγραμμάτων δημοσιονομικής προσαρμογής είναι ότι η ελληνική κυβέρνηση υπογράφει ξεχωριστές συμφωνίες με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και με το ΔΝΤ. Ποτέ δεν θεωρήθηκαν αυτές οι δύο ξεχωρι­στές συμφωνίες ως διαδοχικά μνημόνια». Επιπλέον τονίζεται με κάθε τρόπο ότι δεν υπάρχουν νέα μέτρα λιτότητας στο τραπέζι και ως προς αυτό γίνεται επίκληση τόσο των πρόσφατων δηλώσεων του εκπρο­σώπου του ΔΝΤ Τζέρι Ράις όσο και του Αμερικανού προέδρου Μπα­ράκ Ομπάμα κατά τη διήμερη επί­σκεψη στην Αθήνα, ο οποίος μίλη­σε για αναπτυξιακή ατζέντα χωρίς να θέσει ως προϋπόθεση δημοσιο­νομικά μέτρα, αλλά μόνο διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.

χρέοςΕΣΡΚυβέρνησηχρόνοςEurogroupμνημόνιαΔΝΤIssue: 1943Issue date: 17-11-2016Has video: Exclude from popular: 0
Keywords
Τυχαία Θέματα