Ο προικοθήρας δολοφόνος που έκαψε δέκα χήρες της αστικής τάξης στο φούρνο του σπιτιού του

Η ιστορία ενός γάλλου κατά συρροή δολοφόνου μοιάζει να έχει βγει από τις σελίδες του...
μακάβριου παραμυθιού του Σαρλ Περώ, που εκδόθηκε το 1697. Ο «Κυανοπώγων», κεντρικός χαρακτήρας της ομώνυμης ιστορίας ήταν ένας πολύ πλούσιος, αλλά βίαιος και άσχημος άνδρας, ο οποίος παντρευόταν όμορφες κοπέλες και στη συνέχεια τις δολοφονούσε. Ονομάστηκε έτσι εξαιτίας της μαύρης γενειάδας του, η οποία κάτω από το φως του φεγγαριού φάνταζε σκούρα μπλε. Τα εγκλήματά
του ανακαλύφθηκαν όταν η τελευταία σύζυγός του ξεκλείδωσε μια πόρτα, την οποία ο ισχυρός της άνδρας της είχε απαγορεύσει να ανοίξει. Τότε αντίκρισε τα κατακρεουργημένα σώματα των προηγούμενων συζύγων του. Έως τη σύλληψή του, ο Ανρί Λαντρού δολοφόνησε τουλάχιστον δέκα ευκατάστατες γυναίκες που είχαν χάσει τους άνδρες τους στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο δράστης κατάφερε ταυτόχρονα να τους αποσπάσει εκατοντάδες χιλιάδες γαλλικά φράγκα.
Ο δολοφόνος με την καλή ανατροφή που «έχασε» τον δρόμο του

Ο Ανρί Ντεζιρέ Λαντρού γεννήθηκε στις 12 Απριλίου 1869 από καταπονημένους, αλλά πολύ αγαπημένους γονείς. Ήταν το δεύτερο παιδί, αλλά το πρώτο που γεννήθηκε ζωντανό και γι΄ αυτό η μητέρα του του έδωσε το μεσαίο όνομα Ντεζιρέ, που σήμαινε «πολύ επιθυμητός». Οι γονείς του, έντιμοι εργάτες, τον έμαθαν από μικρή ηλικία να είναι ειλικρινής και ευγενικός. Η εκπαίδευση του Ανρί έγινε από μοναχούς του Παρισιού και ο ίδιος πήγαινε συχνά στην εκκλησία όπου συμμετείχε και στην εκκλησιαστική χορωδία.

Σπούδαζε μηχανολόγος-μηχανικός, όταν το 1887 στρατολογήθηκε στον γαλλικό στρατό. Τέσσερα χρόνια αργότερα απολύθηκε με τον βαθμό του λοχία και εργάστηκε ως υπάλληλος σε ένα τοπικό κατάστημα. Ο εργοδότης του όμως ήταν ένας ανέντιμος άνδρας, έκλεισε το μαγαζί και εξαφανίστηκε με τα χρήματα που του είχε δανείσει ο Ανρί.Το περιστατικό αυτό φαίνεται να επηρέασε βαθιά τον Λαντρού. Μεγαλωμένος σε οικογένεια με ελάχιστα προνόμια, συνειδητοποίησε ότι ο έντιμος βίος που ακολουθούσε δεν θα τον έβγαζε πουθενά. Ξεκίνησε να κλέβει, να λέει ψέμματα και να κερδίζει χρήματα με παράνομο τρόπο. Παράλληλα, παντρεύτηκε την ξαδέρφη του με την οποία απέκτησε τέσσερα παιδιά. Η παραβατική συμπεριφορά του Ανρί συγκλόνισαν τον πατέρα του, ο οποίος τελικά κρεμάστηκε, καθώς θεώρησε ότι απέτυχε να μεταδώσει στον γιο του τις αξίες μιας ενάρετης ζωής.

Ο αληθινός «Κυανοπώγων»

Τα επόμενα χρόνια ο Λαντρού επιβίωνε μόνο με απατεωνιές. Έως το 1914 είχε εκτίσει ποινές τουλάχιστον έξι χρόνων στη φυλακή για διάφορες ληστείες. Με το ξέσπασμα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, τα πράγματα άλλαξαν. Καθώς ο Ανρί είχε υπηρετήσει στον στρατό νωρίτερα, ήταν από τους λίγους άνδρες που δεν επιστρατεύτηκαν στην πρωτεύουσα του Παρισιού. Μετακόμισε στην περιοχή των Βερσαλλιών και έθεσε σε εφαρμογή το σχέδιο του. Άρχισε να διαβάζει αγγελίες που έγραφαν στις εφημερίδες «μοναχικές γυναίκες» της αστικής τάξης, οι οποίες είχαν χάσει τον σύζυγό τους στο μέτωπο και αναζητούσαν συντροφιά. Ο Ανρί χρησιμοποιούσε ψευδώνυμα και απαντούσε στις αγγελίες. Δεν ήταν καθόλου ευπαρουσίαστος, αλλά κατάφερνε με τα λόγια του να έρθει σε επαφή με τις υποψήφιες χήρες. Ο Ανρί ήταν κοντός, καραφλός και είχε απεριποίητα κόκκινα γένια. Είχε όμως δημιουργήσει μια φήμη γύρω από το όνομά του και τις ακόρεστες σ...ουαλικές του ορέξεις.

Πρώτο του θύμα ήταν η 39χρονη Ζαν Κουσέτ

Στο πρόσωπο του Ανρί είδε έναν καλοκάγαθο χήρο, όπως της είχε γράψει, που θα της πρόσφερε μια άνετη ζωή, αλλά ταυτόχρονα θα ήταν και πατρική φιγούρα για τον 16χρονο γιο της. Τον Δεκέμβριο του 1914 αποφάσισαν να μείνουν και τρεις μαζί, αλλά στις 4 Ιανουαρίου 1915, η Μαντάμ Κουσέτ και ο γιος της εξαφανίστηκαν από προσώπου γης. Μαζί τους εξαφανίστηκαν και 5.000 φράγκα, καθώς επίσης και ένα χρυσό ρολόι το οποίο ο Ανρί δώρισε στη νόμιμη γυναίκα του. Το πάθος για μια εύκολη και εύρωστη ζωή τον οδήγησε μέσα σε μια τετραετία στη δολοφονία τουλάχιστον δέκα γυναικών, με σκοπό να αποκτήσει την περιουσία τους και να την ξοδέψει σε μέρη, όπου σύχναζε η παριζιάνικη ελίτ.

Η αποκάλυψη

Το 1919 η τύχη του Λαντρού σταμάτησε. Όταν χάθηκαν τα ίχνη της Σελεστίν Μπουσόν, η αδερφή της αποφάσισε να την αναζητήσει. Καθώς δεν γνώριζε το πραγματικό όνομα του Ανρί, μόνο το παρουσιαστικό και τον τόπο διαμονής του, κατέφυγε στις αστυνομικές αρχές. Η αστυνομία βρήκε τον Λαντρού στο σπίτι του, αλλά μετά από μια πρόχειρη έρευνα δεν βρήκαν κανένα στοιχείο που να τον ενοχοποιεί ή να το συνδέει με την εξαφάνιση της Μπουσόν. Γείτονες του Ανρί παραπονέθηκαν για τον πηχτό μαύρο καπνό που έβγαινε συχνά από την καμινάδα του σπιτιού του. Η αστυνομία τότε εξέτασε τον φούρνο της κουζίνας και σοκαρίστηκε με τα ευρήματα. Στη σιδερένια κατασκευή του φούρνου ανακάλυψαν περισσότερα από 400 θραύσματα οστών, αμέτρητα δόντια, καθώς επίσης φουρκέτες και άλλα γυναικεία αξεσουάρ. Ο Ανρί συνελήφθη και οδηγήθηκε σε δίκη. Το δικαστήριο έγινε δύο χρόνια αργότερα, στις 21 Νοεμβρίου 1921. Κρίθηκε ένοχος για τη δολοφονία 11 γυναικών και καταδικάστηκε σε θάνατο. Ο Ανρί ποτέ δεν παραδέχτηκε την ενοχή του, θεωρώντας ότι όλες οι κατηγορίες ήταν βλασφημίες προς τη νόμιμη γυναίκα του. Όσο ζούσε, ποτέ δεν αποκαλύφθηκε η μέθοδος με την οποία σκότωνε τα θύματά του. Εικάζεται, ωστόσο, ότι προτού κάψει τις άτυχες γυναίκες, εξαιτίας του μικρού του αναστήματος, τις δηλητηρίαζε για να μην του φέρουν αντίσταση.

Στις 25 Φεβρουαρίου 1922 οδηγήθηκε στην γκιλοτίνα. Πριν από την εκτέλεσή του ζήτησε να ξυρίσει τα μούσια του και να μιλήσει σε έναν ιερέα. Πολλά χρόνια μετά τον θάνατό του, ανακαλύφθηκε ένα σημείωμα που είχε αφήσει ο Λαντρού στον δικηγόρο του, όταν του έδωσε μια στοίβα με ζωγραφιές, στις οποίες απεικονιζόταν η κουζίνα του σπιτιού του. «Δεν είναι ο τοίχος, πίσω από τον οποίο συνέβησαν πράγματα, αλλά φούρνος που κάτι κάηκε. Εγώ το έκανα. Έκαψα τα σώματά τους στον φούρνο της κουζίνας». Ο Λαντρού είχε ομολογήσει. Όχι όμως στο δικαστήριο.
Πηγή
Keywords
Τυχαία Θέματα