«Είδες κιανένα πρόβατο να κλέφτει και να κάνει ρουσφέτια;»

Αγριοκάτσικο στα γκρεμνά του «Κέντρους» του ιστορικού βουνού στο Ρέθυμνο, ο «Αετός» Στέλιος Παλιεράκης είναι από τα 12 του χρόνια, και... ανεβαίνει στις βουνοκορφές ολόκληρα τριάντα οχτώ έτη, δηλαδή 13.900 μέρες πεζοπορώντας καθημερινά και πέντε χιλιόμετρα!

Κι όταν στην παρέα αδειάσει τις κούπες το κρασί θα αρχίσει τα ριζίτικα και πρώτα το «Τρώτε και πίνετε άρχοντες κι εγώ θα σας διηγούμαι, για ένα νιο που τον είχα εγώ στσι κάμπους και κυνήγα…» και ύστερα το «Τρία βουνά μαλώνουμε κι ήταν να σκοτωθούνε, το Κέντρος και το Σφακιανό το τρίτο ο Ψηλορείτης και νίκησε το Σφακιανό…»

Σε
αυτά τα πενήντα χρόνια του, έκανε παιδί ένα πέρασμα από την Αθήνα και τον είχε στείλει ο μακαρίτης ο γέρο «Αετός» από το Κεντροχώρι, για να μάθει μηχανοτεχνίτης, μα η πρωτεύουσα δεν μπόρεσε να τον κρατήσει κι αυτός δεν την άντεξε παρά ένα χρόνο κι αυτό με… χίλια βάσανα!

Από το μυαλό του δεν έφευγε ποτέ όλες τις μέρες και ώρες το βουνό του, τα πρόβατα και τα άγρια πουλιά με τη λευτεριά τους…

«Είπα τότεσάς, πως εγώ θα ποθάνω σε ‘κείνηνά την πολιτεία», λέει γυρνώντας στα χρόνια της εσωτερικής μετανάστευσης, που τον άρπαξε και αυτό μα δεν τον κράτησε. «Δεν έκανα, εγύρευα το χωριό και τα πρόβατα, έκαμα την καρδιά μου πέτρα, πέρασε ο χρόνος και γιάειρα και δεν το μετανιώνω. Γιάε εδά πως είναι τα πράματα εκειά πάνω!»

Έτσι μπέρδεψε και δεν ξεμπέρδεψε κοντά τέσσερις δεκαετίες στο Κέντρος, στα πρόβατα και στις κατσίκες που είναι ελεύθερες, σχεδόν φουριάρες και δεν πιάνονται παρά μόνο σκοτωμένες, σαν τους γενναίους που θυσιάστηκαν από το όπλο του εχθρού…

-Τη ζωή σου, λοιπόν, την έταξες στο «Κέντρος» και στα ζωντανά. Έτσι δεν είναι;

«Τα πρόβατα και οι αίγες είναι η ζωή μου στο «Κέντρος», θαρρώ πως ξανανιώνω απάνω στα ριζιμιά χαράκια. Έχουνε τη φασαρία-ν- τωνε, μα από κοπέλι μέσα στα οζά είμαι. Εκατέβηκα απού την Αθήνα που μ’ είχενε πέμψει ο αφέντης μου να μάθω τεχνίτης κι άρχιξα να τ’ αναπιάνω σιγά-σιγά. Ετσιδά γίνηκα βοσκός και δε το μετανιώνω…»

-Σου ταιριάζει αυτή η ζωή;

«Εσυνήθισα, φαίνεται πως εγεννήθηκα μέσα στο κουράδι, με τον αέρα του βουνού, με τα λέρια των οζώ’ και τσι συνήθειές τωνε! Εκατάλαβες;»

«ΓΑΤΕΣ ΚΙΑΝΕΝΑ ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΡΟΥΣΦΕΤΙ;»

Και κάθε μέρα τόσα χρόνια παρέα μαζί τους για να θραφούν, έμαθε τα χούγια τους και διαπίστωσε ότι αυτά δεν είναι… λαμόγια!

-Έτσι δεν είναι «Αετέ» του «Κέντρους»;

«Είναι άκακα και δεν είναι μπαγαπόντηδες σαν τσι πολιτικούς. Είδες εσύ κιανένα οζό να κλέφτει ή να κάνει ρουσφέτια; Οι πολιτικοί μια ζωή μας αρμέγουνε ούλους και τα οζά το πρωί ή το απόγεμα θα ‘ ρθουνε μοναχά τωνε να των-ε- πάρομε το γάλα και το δίνουνε ευχαρίστως! Τα αγαπώ τα οζά, δεν έχομε ιδιαίτερη φιλία κι ίντα ‘ θελες έρωτα να των έχω; Αλλά, όπως και να το κάνεις, αυτά έχουνε καλύτερη ψυχή από τσ’ ανθρώπους…»

-Κάνεις εσύ μπάνιο στη θάλασσα;

«Εγώ πάω στη θάλασσα αλλά άμα βρω αμάξι να με πάει και παρέα, αλλιώς γυρεύω τη δουλειά μου! Μα θαρρείς πως έχω κι όρεξη; Μπάνιο δε γατέχω και άμα μπω στο νερό πάω μέχρι εκειά που με χώνει, πλια πέρα δεν πάω!»

-Δε θέλησες ποτέ να μάθεις;

«Και πού να μάθω, στα όρη; Έχει θάλασσα το βουνό; Ούλοι εμείς που ήμαστονε κάθε μέρα στα βουνά δεν έχομε δουλειά με τη θάλασσα! Εγώ κολύμπι δε γατέχω μα ριζίτικα τραγουδώ…»

-Τα ψάρια είναι το αγαπημένο σου φαγητό;

«Άμα τύχει το τρώγω, αλλά με το στανιό. Καλλιά ‘ναι το κρέας!»

«ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΠΟΥΚΑΜΙΣΟ ΕΙΝΑΙ ΛΕΒΕΝΤΙΚΟ ΡΟΥΧΟ…»

-Μήπως και εσείς, αφού ο κόσμος αλλάζει, παρασυρθήκατε από το… κύμα και γίνατε σύγχρονοι και μοντέρνοι;

«Εδά οι βοσκοί έχουνε αλλάξει και δεν είναι σαν τσι παλιούς μας. Μια φορά ανεβαίνανε στα όρη με μια αρβύλα και σχισμένη και εδά υπάρχουνε δρόμοι, αυτοκίνητα, αρμεχτικά, ούλα τα ‘ χουνε. Σαρίκια λίγοι φορούνε και μόνο οι παλιοί βοσκοί. Θα βάλομε τα υποδήματά μας άμα πάμε σε κιανένα γάμο ή βάφτιση ή σε πράμα πανηγύρι…»

-Ναι, αλλά το μαύρο πουκάμισο δε λείπει από το βοσκό της Κρήτης…

«Το μαύρο πουκάμισο το φορούμε ούλοι μας, είναι μια συνήθεια, είναι λεβέντικο ρούχο, είναι καπετανίστικο…»

-Την έχεις καταλάβει εσύ την κρίση;

«Δεν πάει στο διάολο για κρίση και μας έχει γονατίσει. Μια φορά εκάναμε και τσι παρέες μας και εδά εκόψανε κι αυτές…»

-Μα επειδή η κρίση δημιουργεί ευκαιρίες, ίσως και εσύ να βρεις ευκαιρία…

«Μπορεί! Να ‘ χε σπάσει ο διάολος τον πόδα του να μπερδέψω με κιαμιά, μα εδά ούλες θένε πολιτείες κι εγώ από το «Κέντρος» δε φεύγω…»

Κι όταν πια ο Στέλιος Παλιεράκης ετοιμάζονταν να ανέβει στο «Κέντρος», στο κοπάδι του, για να κλείσει εκκρεμότητες με τα ζώα του, ερωτάται γιατί μοιάζει με τον αετό το βασιλιά των πουλιών και απαντά: «Ο Αετός ποθαίνει στον αέρα, ελεύθερος και δυνατός…»madeincreta.gr
Keywords
Τυχαία Θέματα