Οταν συνάντησα τον Μάκη Ψωμιάδη

14:08 7/1/2016 - Πηγή: Protagon

Μια φορά κι ένα καιρό, πριν καμμιά δεκαπενταριά χρόνια και, με ρώτησε ο τότε καλός μου πού ήθελα να γιορτάσω τα γενέθλιά μου. Του είπα πού ΔΕΝ ήθελα. Οχι πάρτι με φίλους, όχι τούρτες τετ α τετ, όχι εστιατόρια, όχι μπαρ. Εκείνη τη χρονιά δεν με χωρούσαν τα ρούχα μου, ήθελα να κάνω κάτι άλλο, κάτι πρωτοφανές, κάτι σε στυλ ορόσημο. Να το θυμάμαι όταν θα κλείσω τα εκατόν δώδεκα και να το διηγούμαι. Εξυσα το κεφάλι μου λοιπόν για δυο τρεις μέρες και ξαφνικά φωτίστηκα. Στο καζίνο ήθελα να πάω. Τα γενέθλιά μας είναι η προσωπική

μας πρωτοχρονιά και την πρωτοχρονιά δοκιμάζουμε την τύχη μας. Στο Μον Παρνές συγκεκριμένα που είχε κάτι λουσάτο και vintage ως όνομα, του είπα. Τι να κάνει ο άνθρωπος, παραξενεύτηκε αλλά δεν ήταν το πρώτο τρελό που είχε ακούσει από το στόμα μου οπότε το δέχτηκε.

Το απογευματάκι της 7ης Απριλίου, λοιπόν, βάλαμε τα καλά μας, πήραμε και ένα χιλιάρικο που είχαμε εύκαιρο και ανηφορίσαμε για Πάρνηθα. Νιώθαμε πολύ κινηματογραφικά χωρίς να έχουμε κατασταλάξει σε τι είδους ταινία θα παίζαμε. Σκορτζέζε, Γούντι Αλεν ή Φώσκολος;

Το αίνιγμα άρχισε να ξεδιαλύνει σχεδόν αμέσως. Στην είσοδο σταμάτησαν τον εμφύτως κομψότατο καλό μου και του ανακοίνωσαν ότι η ενδυμασία του είναι απαράδεκτη για το καζίνο. Τρελαθήκαμε. Φορούσε ένα έξοχο μάλλινο σακάκι και αντιστοίχου ποιότητας παντελόνι- τι άλλο έπρεπε να βάλει; Γραβάτα, είπε βλοσυρά ο υπεύθυνος ενδυματολογικού ελέγχου και μας πρότεινε να μας δανείσει αυτός μία. Οταν την είδαμε μας έφυγε το χαμόγελο. Βρωμερή, θλιβερή και τρισάθλια. Μου κάνει με τα μάτια «αποκλείεται, σιχαίνομαι». Του κάνω με τα μάτια «έχω γενέθλια». Μου κάνει με τα μάτια «να το πάρει το ποτάμι αλλά μου χρωστάς». Εβαλε τη βρωμογραβάτα και μπήκαμε επιτέλους στον μυστηριώδη οίκο των μεγάλων παικτών έτοιμοι να συναντήσουμε τον ντόπιο Ντοστογιέφσκι.

Σάμπως τα βγαλε με τον ιδρώτα του τα χιλιάρικα; Κοιτάξτε μαλάκες, έλεγε σπρώχνοντας μισό εκατομμύριο στο 7, κοιτάξτε και θαυμάστε τον αυτοδημιούργητο, τον ελληναρά, τον μπράβο, τον νταβατζή σας

Πήραμε ένα ποτό τύπου σεβεντίλα για να ‘μαστε ασορτί με το περιβάλλον κι αρχίσαμε να τριγυρνάμε στον χώρο σαν τουρίστες με μάτια τεράστια. Αυτά που βλέπαμε ξεπερνούσαν τη φαντασία μας: μεσόκοπες κυρίες ταλαιπωρημένης εμφανίσεως ποντάρανε σφίγγοντας τα χείλια στο Μπλακ Τζακ και χαστούκιζαν σχεδόν όποιον θεωρούσαν γκαντέμη, ώριμους κυρίους με τσαλαπατημένα κοστουμάκια που κυκλοφορούσαν με αλλόφρον μάτι να σποτάρουν κανένα τυχεράκια ώστε να ποντάρουν στο φύλλο του, έναν κλοσάρ που ζητούσε δανεικά φραγκοδίφραγκα από όλο τον κόσμο για να παίξει, ζευγάρια που κρατούσαν σημειώσεις τα νούμερα που έβγαιναν στη ρουλέτα, μπράβους που τσεκάριζαν και σκανάριζαν τα πάντα, ATM που κοπανούσαν οι χαμένοι στραγγίζοντας τον τραπεζικό τους λογαριασμό, την τρέλα στο μάτι όσων κέρδιζαν αλλά έβλεπες ότι δεν επρόκειτο να φύγουν από το πόστο τους αν δεν τα χάσουν όλα. Σκορτσέζε δεν είναι, είπα στον καλό μου. Γούντι Αλεν μπορεί.

Τότε ακριβώς με σκούντησε και μου δειξε σιωπηλός κάτι που εξελισσόταν στο κέντρο της αίθουσας δεξιά μας. Πλήθος κόσμου ήταν συγκεντρωμένο σε σχηματισμό ημικύκλιου. Κάτι κοιτούσαν με κομμένη την ανάσα γιατί δεν βγάζαν κιχ. Πλησιάσαμε και είδαμε ΤΟ θέαμα: ο Μάκης Ψωμιάδης καθόταν σε μια ρουλέτα που λειτουργούσε μόνο για την πάρτη του με την πουράκλα στο χέρι και αμέτρητες στοίβες από μάρκες αξίας εκατομμυρίων δραχμών δίπλα του. Εσπρωχνε, περίμενε τη μπίλια, κέρδιζε, έπαιρνε, ξανάβαζε, έχανε και τα λοιπά. Ολα αυτά μπλαζέ και αδιάφορα φυσώντας τον καπνό στα μούτρα του φιλοθεάμονος κοινού, που κρατούσε σε απόσταση μόνο ένα κορδόνι που ήλεγχαν δύο υπάλληλοι του καζίνο. Κοιτάξαμε τα πρόσωπά τους. Τον έτρωγαν με τα μάτια, τον μακάριζαν, τον καταριόταν, τον ζήλευαν. Ηξεραν ότι από το 1987 είχε ένταλμα σύλληψης από Ελβετία για απάτη και πλαστογραφία, ότι γελούσε με τη Δικαιοσύνη, ότι έγραφε στα παλιά του τα παπούτσια κάθε έννοια νομιμότητας και τον θαύμαζαν. Κι αυτός με τη σειρά του έδινε το προσωπικό του σόου δημόσια (ενώ μπορούσε να το κάνει σε αίθουσα πριβέ) χωρίς να τον νοιάζουν κέρδη ή ζημιές. Σάμπως τα βγαλε με τον ιδρώτα του τα χιλιάρικα; Κοιτάξτε μαλάκες, έλεγε σπρώχνοντας μισό εκατομμύριο στο 7, κοιτάξτε και θαυμάστε τον αυτοδημιούργητο, τον ελληναρά, τον μπράβο, τον νταβατζή σας.

Κάναμε ένα βήμα πίσω. Φίνος Φιλμ είναι το έργο τελικά, του είπα. Της παρακμιακής περιόδου, μου είπε. Φύγαμε και δεν επιστρέψαμε ποτέ εκεί.

Πολλά άλλαξαν από τότε εκτός από την Ελλάδα. Ακόμα Φίνος Φίλμ είναι.

The post Οταν συνάντησα τον Μάκη Ψωμιάδη appeared first on Protagon.gr.

Keywords
Τυχαία Θέματα