Clive Barker’s Hellraiser Revival | Review

To Hellraiser του Clive Barker είναι ένα έργο που από την πρώτη του εμφάνιση αντιμετώπισε τον τρόμο ως κάτι πολύ σύνθετο και ενοχλητικό. Σε αυτό το ιδιαίτερο έργο του Βρετανού συγγραφέα, ο πόνος δεν αποτελεί απλώς μέσο τιμωρίας, η ηδονή δεν είναι απαραίτητα κάτι ευχάριστο και το ανθρώπινο σώμα μετατρέπεται σε πεδίο πειραματισμού, όπου τα όρια μεταξύ απόλαυσης και βασανισμού γίνονται επικίνδυνα δυσδιάκριτα.

Η αρχή έγινε το 1986, με τη νουβέλα The Hellbound Heart,

μέσα από την οποία ο Barker παρουσίασε ένα σύμπαν όπου η αναζήτηση πρωτόγνωρων εμπειριών μπορεί να οδηγήσει σε μια πραγματικότητα πολύ χειρότερη από τον θάνατο. Έναν χρόνο αργότερα, ο ίδιος ανέλαβε τη μεταφορά της ιστορίας στον κινηματογράφο, σκηνοθετώντας το πρώτο Hellraiser. Η ταινία σύστησε στο κοινό τους Cenobites και τον εμβληματικό Pinhead, καθιερώνοντας μια διαφορετική προσέγγιση στον κινηματογραφικό τρόμο, η οποία δεν περιοριζόταν στην παρουσία ενός ακόμη υπερφυσικού δολοφόνου.

Το στοιχείο που έκανε το Hellraiser να ξεχωρίσει ήταν η ακραία εικονογραφία του, με τα βασανισμένα σώματα, τα μεταλλικά άγκιστρα, τις αλυσίδες και τις τελετουργίες που συνδύαζαν τη σαδιστική βία με μια σχεδόν θρησκευτική αισθητική. Παράλληλα, η σεξουαλικότητα, ο ερωτισμός και ο σαδομαζοχισμός αποτελούσαν αναπόσπαστα στοιχεία της ταυτότητάς του. Δεν επρόκειτο απλώς για γυμνό ή προκλητικές σκηνές, αλλά για μια ολόκληρη αντίληψη γύρω από την επιθυμία και το τίμημα της ικανοποίησής της. Η βία ήταν συχνά ωμή και αποκρουστική, ενώ η σεξουαλική θεματολογία δεν προσπαθούσε να κρυφτεί πίσω από συμβάσεις που θα έκαναν το αποτέλεσμα περισσότερο εύπεπτο.

Αυτή ακριβώς η ισορροπία ανάμεσα στο απωθητικό και το γοητευτικό είναι που δυσκόλεψε διαχρονικά τη μεταφορά του Hellraiser σε άλλα μέσα. Και αποτελεί, αναμφίβολα, τη μεγαλύτερη πρόκληση για το Clive Barker’s Hellraiser: Revival, το οποίο αναλαμβάνει να μεταφέρει αυτήν την ιδιαίτερη μυθολογία στον κόσμο των videogames.

Στο Hellraiser: Revival, πρωταγωνιστής είναι ο Aidan Lynch, ένας άνθρωπος που βρίσκεται μπλεγμένος σε έναν εφιάλτη μετά την ενεργοποίηση του Genesis Configuration (του “κύβου” δηλαδή – έτσι τον λέγαμε στη δεκαετία του 1980 όταν νοικιάζαμε τις ταινίες από το video club της γειτονιάς μας) από τη σύντροφό του, τη Sunny. Η εμφάνιση των Cenobites έχει καταστροφικές συνέπειες και η προσπάθειά του να τη σώσει τον οδηγεί σε μια διαδρομή που περνά από τον κόσμο των ανθρώπων μέχρι τον εφιαλτικό Λαβύρινθο, την επικράτεια των πλασμάτων που υπηρετούν τον Leviathan.

Η ιστορία δεν περιορίζεται στην αναζήτηση ενός αγαπημένου προσώπου. Στην πορεία, η ενοχή, η εξάρτηση, η επιθυμία και η αμφιβολία γύρω από τα πραγματικά κίνητρα των χαρακτήρων προσθέτουν ενδιαφέρον σε μια αφήγηση που αντλεί σταθερά από τη θεματολογία του Barker. Η παρουσία της Scarlet Church, μιας ομάδας ανθρώπων που επιδιώκει να έρθει σε επαφή με τους Cenobites, ενισχύει την ιδέα ότι η κόλαση δεν βρίσκεται αποκλειστικά σε κάποια άλλη διάσταση. Μπορεί να δημιουργηθεί και από ανθρώπους που είναι πρόθυμοι να θυσιάσουν τα πάντα για να ικανοποιήσουν τις επιθυμίες τους.

Το σημαντικότερο, ωστόσο, είναι ότι το παιχνίδι δεν αντιμετωπίζει το Hellraiser ως ένα συνηθισμένο horror franchise, στο οποίο αρκεί να τοποθετηθούν μερικά γνώριμα πρόσωπα και τέρατα. Η αισθητική του σύμπαντος περνά στη σκηνογραφία, στους εχθρούς, στους χώρους και στη συνολική ατμόσφαιρα. Το αποτέλεσμα είναι ένας κόσμος που επιδιώκει να προκαλέσει δυσφορία, όχι μόνο μέσα από τη βία, αλλά και μέσα από την ίδια τη σύνθεση των εικόνων του.

Το Hellraiser: Revival δεν επιχειρεί να εξωραΐσει το υλικό του. Η γύμνια, οι σεξουαλικές αναφορές (και εικόνες), τα σαδομαζοχιστικά στοιχεία και η σκληρή απεικόνιση της βίας έχουν κεντρική θέση στην εμπειρία. Οι χώροι που εξερευνά ο Aidan είναι γεμάτοι από μακάβριες εικόνες, αυτοσχέδια όργανα βασανισμού και σεξ, και ανθρώπινα σώματα που αντιμετωπίζονται σαν αντικείμενα μιας διεστραμμένης καλλιτεχνικής δημιουργίας.

Είναι μια προσέγγιση που βρίσκεται κοντά στην κινηματογραφική και λογοτεχνική καταγωγή του franchise. Το παιχνίδι δεν ενδιαφέρεται να κάνει την κόλασή του περισσότερο αποδεκτή προς ένα ευρύτερο κοινό, αλλά να μεταφέρει όσο το δυνατόν περισσότερα από τα χαρακτηριστικά που έκαναν το έργο του Barker αναγνωρίσιμο. Η πρόκληση, βέβαια, δεν είναι απλώς να παρουσιάσει κάτι αποκρουστικό. Είναι να καταφέρει αυτή η εικονογραφία να έχει λόγο ύπαρξης πέρα από την επιθυμία να σοκάρει.

Σε αρκετές περιπτώσεις, η καλλιτεχνική διεύθυνση καταφέρνει να συνδυάσει το αποκρουστικό με μια σκοτεινή, σχεδόν τελετουργική ομορφιά. Η υπερβολή δεν λειτουργεί πάντα εις βάρος της ατμόσφαιρας, καθώς οι χώροι διηγούνται τις δικές τους ιστορίες και προσφέρουν στοιχεία για όσους κατοικούν σε αυτούς. Υπάρχουν, ωστόσο, και στιγμές κατά τις οποίες η συσσώρευση ακραίων εικόνων κινδυνεύει να μειώσει την επίδρασή τους. Όταν τα πάντα προσπαθούν να ξεπεράσουν τα όρια, η πρόκληση από μόνη της δεν αρκεί πάντοτε για να διατηρήσει την ένταση.

Σε επίπεδο gameplay, το Hellraiser: Revival ακολουθεί την προοπτική πρώτου προσώπου και συνδυάζει survival horror, εξερεύνηση, γρίφους και μάχες. Θα φτάναμε στο σημείο να πούμε ότι είναι προφανώς βαθύτατα επηρεασμένο από τα Resident Evil VII και (κυρίως) Village. Ο Aidan δεν είναι κάποιος εκπαιδευμένος στρατιώτης, αλλά ένας συνηθισμένος άνθρωπος που καλείται να επιβιώσει σε ένα περιβάλλον το οποίο δεν μπορεί να ελέγξει. Η διαχείριση των διαθέσιμων πόρων, η αναζήτηση πυρομαχικών και αντικειμένων και η ανάγκη να υπολογίζονται οι κινήσεις του παίκτη αποτελούν βασικά στοιχεία της εμπειρίας.

Επίσης, το Genesis Configuration δεν είναι απλώς το αντικείμενο που πυροδοτεί την ιστορία. Οι (περιορισμένες, είναι η αλήθεια) δυνάμεις του ενσωματώνονται στη μάχη και στην επίλυση γρίφων, προσφέροντας μια σύνδεση μεταξύ της μυθολογίας και των μηχανισμών του παιχνιδιού.

Παράλληλα, τα συμβατικά όπλα έχουν περιορισμούς και φθείρονται, ενισχύοντας την ανάγκη για προσεκτική διαχείριση του εξοπλισμού. Οι αναμετρήσεις απαιτούν συνδυασμό άμεσης αντιπαράθεσης και κρυφής προσέγγισης, χωρίς να επιτρέπουν πάντα στον παίκτη να αντιμετωπίζει κάθε πρόβλημα με τον ίδιο τρόπο. Εδώ, βέβαια, πρέπει να τονίσουμε ότι οι δημιουργοί φόρτωσαν το παιχνίδι με ένα σωρό στοιχεία, χωρίς αυτό να ήταν τελικά απαραίτητο. Αντί να εστιάσουν σε 2-3 μηχανισμούς, να τους προσέξουν και να τους φτάσουν σε υψηλό επίπεδο, έριξαν μέσα ένα σωρό ιδέες (βάλε stealth, βάλε crafting, βάλε survival, βάλε puzzles, βάλε melee, βάλε ranged, βάλε special abilities, βάλε – για 5 λεπτά -barricading, βάλε shop, βάλε κυρ Στέφανε), με αποτέλεσμα να έχουμε έναν… αχταρμά που δεν λειτουργεί πάντα σωστά.

Επιπροσθέτως, μάχη δεν είναι το δυνατότερο σημείο του τίτλου. Η στόχευση και ορισμένες αλληλεπιδράσεις μπορεί να αποδειχθούν λιγότερο ακριβείς από όσο θα έπρεπε, με αποτέλεσμα να διακόπτεται η ροή σε στιγμές που απαιτούνται γρήγορες αντιδράσεις. Επίσης, ορισμένοι μηχανισμοί survival ακολουθούν γνώριμες και τετριμένες συνταγές του είδους, χωρίς να προσφέρουν πάντα την ίδια φαντασία που χαρακτηρίζει τον σχεδιασμό του κόσμου.

Και όπου το παιχνίδι σε υποχρεώνει να κάνει χρήση μηχανισμών stealth, το όλο οικοδόμημα καταρρέει σαν χάρτινος πύργος. Δεν ξέρουμε γιατί η Saber ένιωσε την ανάγκη να στοιβάξει τόσα πολλά πράγματα, τόσους διαφορετικούς μηχανισμούς στο παιχνίδι της, αλλά το αποτέλεσμα είναι τελικά να έχουμε ένα “jack of all trades, master of none”.

Εκεί, όμως, όπου το παιχνίδι βρίσκει περισσότερο τον εαυτό του και εξιλεώνεται είναι στον Λαβύρινθο. Εκεί το Hellraiser Revival (υποβοηθούμενο και από τα, γενικώς, όμορφα γραφικά του) απογειώνεται σε ό,τι αφορά την ατμόσφαιρά του. Οι χώροι του Λαβύρινθου μεταβάλλονται, οι διαδρομές αποπροσανατολίζουν και η παρουσία των Cenobites μετατρέπει την εξερεύνηση σε μια συνεχή προσπάθεια διαφυγής από έναν εφιάλτη. Η αίσθηση ότι το περιβάλλον μπορεί να αλλάξει ανά πάσα στιγμή προσφέρει μια ιδιαίτερη ένταση, η οποία δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τα jump scares ή αιφνιδιαστικές εμφανίσεις εχθρών. Πρόκειται για το σημείο όπου η ταυτότητα του Hellraiser και η διαδραστικότητα των videogames συναντώνται με τον πιο ενδιαφέροντα τρόπο.

Το Clive Barker’s Hellraiser: Revival δεν είναι απαραίτητα ένα παιχνίδι που θα εντυπωσιάσει με κάθε επιμέρους μηχανισμό του. Η μάχη έχει αδυναμίες, η αφήγηση δεν αξιοποιεί πάντοτε όλο το βάθος της μυθολογίας (αν και τα recordings, τα σημειώματα και τα βιβλία που βρίσκουμε διάσπαρτα προσφέρουν σημαντικό input στο σύμπαν) και ορισμένα στοιχεία του σχεδιασμού θυμίζουν περισσότερο συμβατικές επιλογές ενός σύγχρονου survival horror παρά κάτι πραγματικά ξεχωριστό.

Εκείνο που πετυχαίνει, ωστόσο, είναι να μεταφέρει στον κόσμο των videogames ένα σύμπαν που δύσκολα θα μπορούσε να λειτουργήσει με συμβατικούς όρους. Η βία, η σεξουαλικότητα και η σωματική φρίκη δεν αποτελούν απλώς διακοσμητικά στοιχεία, αλλά βασικά συστατικά της ταυτότητάς του. Και, κυρίως, ο τίτλος κατανοεί ότι το Hellraiser δεν αφορά μόνο τον φόβο απέναντι σε κάτι εξωπραγματικό, αλλά και την ανθρώπινη επιθυμία να φτάσει πέρα από τα όρια, ακόμη κι όταν το τίμημα είναι αβάσταχτο.

Για τους φίλους του Clive Barker, το Hellraiser: Revival αποτελεί μια ενδιαφέρουσα επιστροφή σε έναν κόσμο που σπάνια βρίσκει την ευκαιρία να αναπτυχθεί με τέτοια ελευθερία σε ένα videogame. Εν τέλει, η 10ωρη αυτή survival horror εμπειρία υποφέρει από αρκετές αδυναμίες, αλλά διαθέτει μια αισθητική και μια θεματική συνέπεια που τη διαφοροποιούν από πολλές άλλες προτάσεις του είδους. Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο επίτευγμά του: δεν αρκείται να μας δείξει την κόλαση του Barker. Μας ζητά να μπούμε μέσα της και να προσπαθήσουμε να επιβιώσουμε.

Σημείωση: Δεν πιστεύαμε ποτέ ότι θα χρειαστεί σε ένα κείμενο για videogame να κάνουμε κάτι τέτοιο, αλλά να που ήρθε η ώρα. Συστήνουμε σε όσους έχουν παιδιά στο σπίτι, αλλά και σε όσους είτε έχουν αδύναμο στομάχι είτε προσβάλλονται από S&M, έντονη βία και ακραία σεξουαλικότητα, να μείνουν μακριά από αυτό το παιχνίδι. Ειδικά σε ό,τι αφορά παιδιά, ούτε καν. Το τονίζουμε…

Το Clive Barker’s Hellraiser Revival κυκλοφορεί από τις 8/10/26 για PS5, PC, Switch 2 και Xbox Series. To review μας βασίστηκε στην έκδοσή του για το PS5 με review code που λάβαμε από τη Saber Interactive.

The post Clive Barker’s Hellraiser Revival | Review first appeared on GameOver.gr - Videogames and more..

Keywords
Τυχαία Θέματα