Ελένη Θεοχάρους: «Η έβδομη σφραγίδα»

Η έβδομη σφραγίδα είναι η δέκατη ποιητική συλλογή της Ελένης Θεοχάρους, που, εκτός από ποιήτρια, είναι και παιδοχειρουργός, καθηγήτρια πανεπιστημίου και πολιτικός. Σημαντικό για την κατανόηση της συλλογής είναι το γεγονός ότι η ποιήτρια έχει δραστηριοποιηθεί εθελοντικά σε εμπόλεμες περιοχές ανά τον κόσμο και πρόσφατα έζησε ως ακτιβίστρια, γιατρός και χειρουργός τον πόλεμο στο Αρτσάχ, το οποίο από το 2024 έπαψε να υφίσταται και συγχωνεύτηκε με το Αζερμπαϊτζάν[1].

Μπορεί, βέβαια, κάποιος να αναρωτηθεί: είναι απαραίτητο να γνωρίζουμε βιογραφικές ή και ιστορικές πληροφορίες για να κατανοήσουμε την ποίηση ή ο αναγνώστης μπορεί –ίσως και οφείλει– να χειραφετηθεί από αυτές και να χαράξει τις δικές του ερμηνευτικές διαδρομές; Κατά την άποψή μας, η αποκοπή από το βιογραφικό και το ιστορικό υπόβαθρο συνεπάγεται την απώλεια μέρους του αναγνωστικού βάθους ενός λογοτεχνικού έργου. Ακόμη και οι σύγχρονες θεωρητικές προσεγγίσεις –αποδομητικές, μεταδομιστικές, φεμινιστικές, μεταποικιακές– στρέφονται προς τη βιογραφία όχι ως εξήγηση, αλλά ως ενσώματη, ιστορική και πολιτισμική εμπειρία.

Στην περίπτωση της Έβδομης σφραγίδας της Ελένης Θεοχάρους, η γνώση του βιωματικού πλαισίου επιτρέπει να διακρίνουμε, πίσω από το εμφανές ερωτικό βίωμα που διατρέχει την ποιητική σύνθεση, την αγωνία ενός ανθρώπου που υπήρξε μάρτυρας πολέμου, εκτελέσεων και εκτοπισμού. Το ιστορικό υλικό δεν λειτουργεί ως ερμηνευτικός «χάρτης», αλλά ως υπόκωφη ηχώ που βαθαίνει τις λέξεις και πυκνώνει τα συμφραζόμενα. Με αυτήν την αφετηρία προχωρούμε στην ανάγνωση της συλλογής, ανιχνεύοντας τα θεματικά μοτίβα, τη γλωσσική ιδιοτυπία και τη λειτουργία των αποκαλυπτικών συμβόλων στα σαράντα τέσσερα ποιήματά της.

Ξεκινώντας από τον τίτλο Η έβδομη σφραγίδα, μπορούμε να συμφωνήσουμε με την ίδια την ποιήτρια –όπως ανέφερε σε συνέντευξή της– ότι πρόκειται για ένα σύγχρονο «έπος». Όχι όμως με την παραδοσιακή έννοια του ηρωικού αφηγήματος, αλλά ως ένα εσωτερικό έπος μνήμης και αντίστασης. Ο τίτλος παραπέμπει ευθέως στην «Αποκάλυψη» του Ιωάννη (αλλά και στην ομώνυμη ταινία του Μπέργκμαν), και ειδικότερα στην έβδομη και τελευταία σφραγίδα, που, όταν ανοίγει, επέρχεται μια σιωπή απόκοσμη, φορτισμένη και τρομακτική. Αυτή η αποκαλυπτική βιβλική σιωπή φαίνεται να λειτουργεί ως κεντρικό σύμβολο στη συλλογή, συνυφασμένο με μυθικές αναφορές (Οδύσσεια-Ελπήνωρ, παραμύθια, ρωσικά τραγούδια), που προσθέτουν ερμηνευτικό βάθος.

Η επιλογή του τίτλου δεν είναι απλώς μια βιβλική ή κινηματογραφική αναφορά, αλλά αποτελεί τον πυρήνα μιας ποιητικής αρχιτεκτονικής που διατρέχει ολόκληρη τη συλλογή. Οι «σφραγίδες» αποτελούν σύμβολα που εμφανίζονται ρητά μέσα στα ποιήματα, ως σταθμοί αποκάλυψης, δοκιμασίας ή θανάτου. Ήδη από την «Πρώτη Σφραγίδα», που δηλώνεται ως «κενή,/ χωρίς μνήμες,/ με κάτι μουντζούρες/ που δεν διαβάζονται», έχουμε μια μετα-ποίηση της βιβλικής αφήγησης: εδώ η αποκάλυψη δεν ξεκινά με κατάκτηση ή τον «λευκό ίππο» (Αποκάλυψις Ιωάννου,6, 1-2), αλλά με ένα υπαρξιακό κενό, μια αποτυχία νοηματοδότησης. Η αναφορά στα «παράσημα του Πατέρα», που ίσως είναι «απομεινάρια της Πρώτης σφραγίδας» («οι εφτά λυχνίες»), ακροβατεί ανάμεσα στη μνήμη του πατριαρχικού ηρωισμού και στην ειρωνεία της ιστορικής φθοράς.

{jb_quote}Το ιστορικό υλικό δεν λειτουργεί ως ερμηνευτικός «χάρτης», αλλά ως υπόκωφη ηχώ που βαθαίνει τις λέξεις και πυκνώνει τα συμφραζόμενα.{/jb_quote}

Το ποίημα «Τότε ανελήφθη μετά σου ο Μαύρος Κήπος» παραπέμπει στην τρίτη από τις επτά σφραγίδες της «Αποκάλυψης» (Απ. 6, 5‑6), στο σημείο όπου εμφανίζεται ο μαύρος ιππέας που κρατά ζυγαριά, σύμβολο λιμού, οικονομικής ασφυξίας και άδικης κατανομής αγαθών. Η ποιήτρια «μεταφέρει» αυτήν τη βιβλική εικόνα στον «Μαύρο Κήπο» (καρα‑μπαχ = μαύρος κήπος), υπαινισσόμενη πιθανώς τον λιμό, την πολιορκία και τη γενικευμένη στέρηση που έζησαν οι κάτοικοι του Αρτσάχ. Υπερβαίνοντας τη θεολογική σημασία, μετατρέπει τον χαλασμό της «Τρίτης Σφραγίδας» σε πολιτική και ηθική ερήμωση. Ο Μαύρος Κήπος ανεβαίνει στον ουρανό, μαζί με τον νεκρό Ιβάν και τα φτερά των γερανών, σαν μια αντιστροφή της Ανάληψης – όχι σωτηρία, αλλά μεταφορά της οδύνης στο άυλο πεδίο της ποίησης.

Η τέταρτη σφραγίδα συνδέεται με το ποίημα «Προς την Τετάρτη των Τεφρών», στο οποίο είναι εμφανής η διακειμενική αναφορά στο ποίημα «Ash Wednesday» του T. S. Eliot (1930), ένα από τα πιο βαθιά υπαρξιακά και πνευματικά έργα του. Στο ποίημα, η αφηγήτρια με «λιμασμένη θωριά» ακολουθεί εξόριστους, κολασμένους και τρομαγμένους θεατρίνους σε μια βραδινή απόκρυφη πορεία, σαν σε σκηνή μαύρης λιτανείας. Η σφραγίδα γίνεται εδώ μεταφορά του πένθους και της έκπτωσης, όχι μόνο θρησκευτικής αλλά και πολιτισμικής: σαν να μη μας απόμεινε τίποτα άλλο, παρά να τρώμε «λίγο-λίγο το ψωμί».

Στο ποίημα «ο φόνος καίτοι γλώσσαν μη έχων, βοά» η αναφορά στην έκτη σφραγίδα συνοδεύεται από μια αλληγορική εικόνα: «Η άμπελος ραδίως φύεται [...] αλλά πρέπει να ξέρεις ποια ώρα θα κόψεις το τσαμπί από τ’ αμπέλι». Η άμπελος εδώ λειτουργεί ως σύμβολο της ζωής, της πράξης, της ιστορικής πραγματικότητας που ξεδιπλώνεται πολλές φορές βίαια. Όμως ο στίχος θέτει έναν βαθύ ηθικό στοχασμό: δεν αρκεί η ύπαρξη του γεγονότος ή της αφορμής – σημασία έχει η στιγμή της απόφασης, η συνειδητή επιλογή της πράξης. Μέσα στον παραλογισμό του πολέμου, όπου ο φόνος «βοά» χωρίς να έχει γλώσσα, η ποιήτρια θέτει το ερώτημα της ηθικής ευθύνης των ανθρώπων.

Τέλος, η έβδομη σφραγίδα μεταγράφεται ποιητικά σε μια σιγή που διαπερνά τη συλλογή με την απουσία των γερανών, τον θάνατο του Ιβάν, τα δάκρυα των βουνών και τη σιωπηλή Μάνα που περιφέρεται στα ερείπια. Η αποκάλυψη εδώ δεν κορυφώνεται με θεία κρίση αλλά με ποιητική σιωπή, μια απογύμνωση του λόγου που δεν αναιρεί την ένταση, αλλά την πολλαπλασιάζει.

Σχεδόν σε όλα τα ποιήματα της συλλογής επιστρέφει, με διάφορες μορφές και φωνές, η Μάνα. Όχι ως απλό βιολογικό ή συναισθηματικό αρχέτυπο, αλλά ως κεντρική αλληγορία, που συγκεντρώνει γύρω της τις έννοιες της πατρίδας, της γλώσσας, του έρωτα, του σπιτιού και της ιστορίας. Η Μάνα παρουσιάζεται ως γυναίκα και θεότητα του χαμένου τόπου, που «τριγυρνά» και επιβιώνει από τον χαμό, που «ψάχνει τις λέξεις», έχοντας όμως απολέσει τη φωνή της. Είναι μάρτυρας της καταστροφής αλλά και φορέας της. Είναι το σώμα που «πέθανε» αλλά συνεχίζει να περιφέρεται «στα μέρη που αγάπησε» για σαράντα μέρες, όπως οι ψυχές των νεκρών στην ορθόδοξη παράδοση – και ταυτόχρονα είναι ο τόπος, η πολιτισμική μνήμη, αυτό που πρέπει να κρατηθεί ζωντανό με κάθε τίμημα.

Η ποιήτρια μιλά για το «σπίτι» που σύλησαν τα ίδια της τα παιδιά, υπονοώντας πως η Μάνα δεν προδόθηκε μόνο από τους εχθρούς, αλλά και από τους δικούς της – ίσως τους γιους της πατρίδας, της ιστορίας, του έθνους, που κατέστρεψαν ό,τι δεν κατάφεραν να υπερασπιστούν. Υπάρχει εδώ ένας πόνος βαθύτατα πολιτικός, αλλά και ψυχαναλυτικός: η καταστροφή του μητρικού σώματος ισοδυναμεί με συμβολική εξόντωση του τόπου και του νοήματος. Η Μάνα, έτσι, δεν είναι μόνο η Πατρίδα· είναι και η Ποίηση, το σπίτι του λόγου, που απογυμνώνεται, λεηλατείται και πρέπει να μεταφερθεί σε έναν «μπόγο» για να σωθεί. Αυτή η Μάνα είναι όμορφη, λυρική, γεμάτη μνήμες, βιβλία, φωτογραφίες που πρέπει να «πάρει μαζί της», τα ελάχιστα σωθέντα για τη νέα γενιά, ίσως και για μια νέα μορφή επανάστασης.

{jb_quote}Με λόγο σμιλεμένο και δραματικό, με συμβολικά στρώματα και αλλεπάλληλες αλληγορίες, η συλλογή αποπνέει βαθιά στοχαστικότητα.{/jb_quote}

Η έβδομη σφραγίδα της Ελένης Θεοχάρους είναι μια προσωπική εξομολόγηση, ένας ερωτικός θρήνος και ταυτόχρονα μια ποιητική μαρτυρία πολέμου – όχι μόνο εκείνων στους οποίους υπηρέτησε η ίδια ως εθελόντρια ιατρός, αλλά και της εισβολής στην ιδιαίτερη πατρίδα της, την Κύπρο. Οι αναφορές στα κάστρα της κατεχόμενης βόρειας Κύπρου –Ιλαρίων, Βουφαβέντο, Καντάρα– αλλά και σε τόπους μαρτυρίου όπως η γη των Ποντίων, η Μικρά Ασία ή η Δυτική Όχθη της Παλαιστίνης, δηλώνουν έναν ποιητικό χάρτη της απώλειας και του τραύματος, που υπερβαίνει το ατομικό και εγγράφεται στη μνήμη των λαών.

Όλα τα παραπάνω επενδύονται με υψηλόφρονα, λυρική γλώσσα, με έντονη επίκληση στο συναίσθημα και πυκνότητα νοημάτων. Χαρακτηριστικά του λόγου της ποιήτριας είναι ο συνδυασμός λόγιων και δημοτικών στοιχείων (π.χ. «ανελήφθη», «επιπολής, «σκιώργματα», «πιλατεύει» κ.ά.), οι επικές ρητορικές δομές («Ω βουνοί και νάπαι και ανθρώπων πληθύς...»), η χρήση αλληγορικών εικόνων και εννοιών (Θηρίο, γερανοί, φλούδες σημύδας, μανουσάκια) και η επιλεκτική στίξη, που εντείνει τη ροή της μνήμης και τον κατακερματισμένο θρήνο. Έχουμε ουσιαστικά ένα σύγχρονο αντι-έπος, στο οποίο η συλλογική μοίρα της πατρίδας, εδώ του Αρτσάχ, οικουμενοποιείται και μεταβολίζεται σε συμβολικά ερείπια (οι νεκροί στρατιώτες σε ρωσικό τραγούδι, τα πολυβόλα της πέμπτης σφραγίδας, οι τόποι-ονοματεπώνυμα που πονούν).

Ειδικότερα, ο έρωτας λειτουργεί ως καθαρτήριο βίωμα αλλά και ως πράξη αντίστασης. Εμφανίζεται διακεκομμένος, απειλούμενος, ασυντόνιστος με τον χρόνο (π.χ. «χωρίς επίλογο, πάντα ανολοκλήρωτο»), παρηγοριά στο χάος («ξαπλώσαμε… ανακεφαλαιώνοντας»), μορφή μνήμης και οφειλής («του χρωστάω μια κανονική κηδεία, ένα μνήμα»), πράξη επιβίωσης, ακόμη και μέσα στα χαρακώματα. Η αναφορά στον Ιβάν, τον Ρώσο που αγαπήθηκε και πέθανε, ανοίγει μια νέα διάσταση στην αλληγορία. Ο Ιβάν γίνεται σύμβολο μιας μετασοβιετικής παρακμής και, ταυτόχρονα, μιας σχέσης αγάπης και εγκατάλειψης: αγαπημένος, σύντροφος, αλλά και απών, όπως και οι παλιές συμμαχίες που δεν απέτρεψαν την καταστροφή.

Η έβδομη σφραγίδα της Ελένης Θεοχάρους είναι μια ποιητική σύνθεση υψηλής πυκνότητας και έντασης, που υπερβαίνει το προσωπικό βίωμα και αγγίζει τα συλλογικά τραύματα της ιστορίας, της πατρίδας και της ανθρώπινης μοίρας. Με λόγο σμιλεμένο και δραματικό, με συμβολικά στρώματα και αλλεπάλληλες αλληγορίες, η συλλογή αποπνέει βαθιά στοχαστικότητα. Στον πυρήνα της διαγράφεται ένα εσωτερικό νήμα που διαπερνά όλα τα ποιήματα: η Ποίηση ως υπέρτατη πατρίδα, ως τόπος όπου καταφεύγουν τα άρρητα, και συγχρόνως ως πράξη αντίστασης απέναντι στον πόλεμο και τη βία εν γένει.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ
[1] Το Αρτσάχ, γνωστό στο παρελθόν ως Ναγκόρνο-Καραμπάχ, υπήρξε επί αιώνες πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα σε Αρμένιους και Αζέρους, με βαθιές ρίζες στην ιστορία του Καυκάσου. Κατά την περίοδο της Σοβιετικής Ένωσης αποτέλεσε αυτόνομη αρμενική περιφέρεια εντός του Αζερμπαϊτζάν, ενώ μετά τη διάλυσή της, το 1991, ανακήρυξε την ανεξαρτησία του – χωρίς διεθνή αναγνώριση. Ακολούθησαν δύο αιματηροί πόλεμοι, το 1991-1994 και το 2020, με χιλιάδες θύματα και μαζικούς εκτοπισμούς. Το 2023, ύστερα από νέα στρατιωτική επίθεση του Αζερμπαϊτζάν και την εγκατάλειψη της περιοχής από τους Ρώσους «ειρηνευτές», ολόκληρος ο αρμενικός πληθυσμός εκδιώχθηκε και η οντότητα του Αρτσάχ καταργήθηκε επίσημα το 2024. Ένας τόπος, μια γλώσσα, μια ιστορική μνήμη σβήστηκαν βίαια από τον χάρτη.

Η έβδομη σφραγίδα
Ελένη Θεοχάρους
Εκδόσεις Ερατώ
80 σελ.
ISBN 978-960-229-387-4
Τιμή €11,66

Keywords