Στοχασμός και δομή στην εικόνα

06:43 22/10/2026 - Πηγή: efsyn

Με το αρχικό εξώφυλλο, εκδόθηκε επιτέλους στα ελληνικά ένα σπουδαίο βιβλίο του Pallasmaa του 2001, και μάλιστα με ιδιαίτερο πρόλογο του συγγραφέα. Από αυτόν θα δανειστούμε μερικές σημαντικές πληροφορίες. Οτι όλα σχεδόν ξεκίνησαν όταν έδωσε μια διάλεξη, αποχωρώντας από το πανεπιστήμιο, με θέμα το εμβληματικό Σιωπηλός μάρτυς του Χίτσκοκ (1954). Εκεί του γεννήθηκε η επιθυμία να γράψει ένα βιβλίο «για την αλληλεπίδραση αρχιτεκτονικών καταστάσεων και γεγονότων της ζωής», έχοντας διδαχθεί από τις ταινίες «την υπαρξιακή ποιητική των τόπων και των χώρων» σε σύγκριση με «οποιοδήποτε βιβλίο αρχιτεκτονικής».

Το βιβλίο του συνολικά πραγματεύεται πέντε ταινίες, τις οποίες είδε 15 φορές «από βιωματική σκοπιά, συσχετίζοντας την πραγματολογική καταστασιακή πραγματικότητα με τη φαντασιακή κινηματογραφική εμπειρία», πάντα με κέντρο μια φαινομενολογική θεμελίωση – το κεντρικό του ζητούμενο. Διαπιστώνει έτσι ότι δεν του χρειάζεται να αναφέρεται στον όρο «χώρος», προτιμώντας τον όρο «τόπος». Αποφεύγει επίσης να χρησιμοποιεί την έννοια του χρόνου, προτιμώντας την έννοια της διάρκειας (κατά Μπεργκσόν). Και ο τόσο σημαντικός αυτός πρόλογος κλείνει με τη γνωστή αινιγματική παράσταση του πίνακα Η καταιγίδα του Τζορτζόνε, για την οποία τόσα έχουν γραφτεί, που ο ίδιος διαβάζει ως «ερωτικοποιημένη αρχιτεκτονική».

Ακολουθούν περίπου τριάντα σελίδες με τον αρχικό πρόλογο και μια θεωρητική εισαγωγή, για ν’ ακολουθήσουν οι αναλύσεις των επιλεγμένων ταινιών. Αυτή βέβαια η εισαγωγή θα μπορούσε να σταθεί ανεξάρτητα ως ακόμα ένα δοκίμιο για τον «βιωμένο χώρο» διαζευκτικά στην αρχιτεκτονική και τον κινηματογράφο, προσφέροντας μάλιστα και μια ιδιαίτερα απολαυστική εικονογράφηση. Ετσι, πριν κάποιος αρχίσει να διατρέχει κάθε μια από τις επιλεγμένες ταινίες, έχει ήδη διαποτιστεί από τις κεντρικές θεματικές που ορίζουν τα κριτήρια ανάλυσης των συγκεκριμένων ταινιών, ενώ την ίδια στιγμή αποδεικνύεται ότι όσα λέγονται διαθέτουν βαθύτατες ρίζες στην ιστορία του κινηματογράφου, καθώς τον συνάπτουν με έννοιες και ιδιότητες που διατρέχουν τις σύγχρονες εικαστικές τέχνες. Δουλεύοντας μέσα σ’ ένα τέτοιο πλαίσιο, ο Pallasmaa συντάσσεται με εκείνη την παρατήρηση που έχει κάνει αρχικά, ότι, δηλαδή, η παραπαίουσα αρχιτεκτονική θεωρία αποστεγνωμένη από τη «μοντερνιστικού χαρακτήρα επαγγελματική πράξη» μετά το 1970 «αναζητά πυρετωδώς συνδέσεις με άλλους τομείς της τέχνης».

Μένουν τώρα οι πέντε επιλεγμένες ταινίες, δύο του Χίτσκοκ και από μία των Ταρκόφσκι, Κιούμπρικ και Αντονιόνι. «Εκδοχές» για τρεις από αυτές έχουν παλιότερα δημοσιευτεί αλλού, αποδεικνύοντας ότι ο συγγραφέας συνεχώς ασχολούνταν με το θέμα για μια δεκαετία μετά το 1991, άρα δεν επρόκειτο για παροδικό ενδιαφέρον.

Ενα δεύτερο στοιχείο που εντυπωσιάζει είναι η ποικιλία των μεθόδων προσέγγισης που χρησιμοποιούνται στα δοκίμια, ασφαλώς συναρτημένη με το είδος της πληροφόρησης που κάθε φορά συγκεντρώνεται. Ο συγγραφέας δεν αρκούνταν σε όσα κατέγραφε τις 15 φορές που παρακολουθούσε κάθε ταινία, αλλά παράλληλα αναζητούσε πρόσθετα στοιχεία από τους σχετικούς συντελεστές τους, κάτι που εμπλουτίζει το εύρος της συζήτησης και αναπτύσσει διαφορετικά εργαλεία εικονογράφησης.

Με άλλα λόγια, κάθε δοκίμιο είναι κι ένα «μάθημα» αυτοτελές, προσαρμοσμένο στις ιδιαίτερες απαιτήσεις της κάθε ταινίας. Δεν υπάρχει τυποποίηση αλλά βαθύς μετασχηματισμός της επιχειρηματολογίας και των εικαστικών μέσων ώστε να επιτευχθεί ο αρχικός στόχος με βάση τις πέντε σπουδαίες αυτές ταινίες.

Τελικά, αφήνοντας πίσω το διάβασμα του βιβλίου του Pallasmaa για την αρχιτεκτονική της εικόνας, βγαίνουμε από το σκοτάδι αυτής της φαντασιακής αίθουσας προβολής βαθιά επηρεασμένοι από την επιχειρηματολογία του.

Ακόμα κι αν έχουμε παλιότερα δει αυτές τις ταινίες ή διαβάσει κάπου γι’ αυτές, τώρα, ύστερα από αυτή την εξονυχιστική εξέταση, είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε όχι μόνο την ιδιοφυΐα των δημιουργών τους ούτε τον πλούτο των νοημάτων τους και την έκταση των διδαγμάτων τους ως «κινηματογράφος». Εχουμε πειστεί για την αξία τους ως «αρχιτεκτονικές καταστάσεις» – κάτι πολύ ευρύτερο, άρα σε συνάρτηση με τον «υπαρξιακό χώρο», τον μεγάλο στόχο.

Επιμέλεια: Μισέλ Φάις

Keywords