Πριν από όλους!

17:15 7/9/2026 - Πηγή: efsyn

Σαν η Γιαγιόι Κουσάμα έφτασε στην Αμερική στα 27 της χρόνια, δεν είχε μαζί της ούτε όνομα που άνοιγε πόρτες, ούτε έναν ισχυρό άνδρα του καλλιτεχνικού κόσμου να εγγυηθεί γι’ αυτήν. Ισα ίσα: ήταν γυναίκα, Γιαπωνέζα και έφτασε το 1957 στις ΗΠΑ, σε μια χώρα που δεν είχε ξεχάσει το Περλ Χάρμπορ και εν τέλει (έως και σήμερα) αποδείχθηκε πως μισεί τους Ασιάτες, μόνο και μόνο επειδή δεν της μοιάζουν.

Η Γιαγιόι είχε λίγες εκατοντάδες δολάρια ραμμένα στα ρούχα της και περίπου 60 μεταξωτά κιμονό που μπορούσε, αν χρειαζόταν, να πουλήσει. Ηταν γυναίκα, Γιαπωνέζα και μόνη. Για την ίδια, η Νέα Υόρκη των τελών του ’50, όπου η μεγάλη τέχνη είχε σχεδόν αποκλειστικά ανδρικά ονόματα, αποτελούσε μια τεράστια πρόκληση αλλά και μια δυνατότητα καλλιτεχνικής ύπαρξης.

Βλέπεις, η Γιαγιόι Κουσάμα, που πέθανε στις 14 Αυγούστου 2026 στο Τόκιο σε ηλικία 97 ετών, χρειάστηκε τελικά μια ζωή σχεδόν ενός αιώνα για να δει τον κόσμο της τέχνης να διορθώνει, έστω εν μέρει, εκείνο που της είχε κάνει στα νιάτα της: να τη βάλει στο περιθώριο ενώ βρισκόταν στην καρδιά της πρωτοπορίας. Λάθος: ήταν η ίδια η πρωτοπορία.

Γεννημένη το 1929 στο Ματσουμότο, μεγάλωσε σε εύπορη, αλλά αυστηρή οικογένεια εμπόρων σπόρων. Από παιδί ζωγράφιζε, ενώ βίωνε τις περίφημες οπτικές παραισθήσεις της: λουλούδια και μοτίβα πολλαπλασιάζονταν γύρω της, κάλυπταν το δωμάτιο και το σώμα της, της μιλούσαν. Η μητέρα της, όμως, ήθελε μια κόρη που θα παντρευόταν και θα γινόταν σύζυγος, όχι καλλιτέχνις. Της κατέστρεφε τα σχέδια και κάποια της τα επέστρεφε, υπό τον όρο να παρακολουθεί μαθήματα καλών τρόπων. Ταυτόχρονα, την έστελνε να παρακολουθεί τις εξωσυζυγικές σχέσεις του πατέρα της, με αποτέλεσμα για όλη της τη ζωή η Γιαγιόι να αποφεύγει τη σαρκική επαφή.

Και τότε έκανε κάτι υπέροχα θρασύ: βρήκε τη διεύθυνση της Georgia O’Keeffe στο Νέο Μεξικό και της έγραψε. Από τους Αμερικανούς καλλιτέχνες στους οποίους απευθύνθηκε, εκείνη ήταν που της απάντησε. Η Κουσάμα θα την αποκαλούσε αργότερα την πρώτη και μεγαλύτερη ευεργέτιδά της, καθώς η Ο’ Κιφ ήξερε πολύ καλά τι σημαίνει να είσαι γυναίκα καλλιτέχνις, και μάλιστα εκκεντρική.

Στη Νέα Υόρκη η Γιαγιόι ήρθε αντιμέτωπη με κρύο, πείνα και απορρίψεις. Εφτιαχνε σούπα από κεφάλια ψαριών που έβρισκε στα σκουπίδια ιχθυοπωλείων. Κάποτε κουβάλησε μόνη της έναν πίνακα ψηλότερο από την ίδια επί 40 οικοδομικά τετράγωνα για να τον υποβάλει στο Whitney Annual και τον απέρριψαν. Τον φορτώθηκε ξανά και περπάτησε άλλα 40 τετράγωνα για να τον γυρίσει σπίτι. Ενα χρέπι είχε για σπίτι, όπου κοιμόταν πάνω σε σανίδια ή ζωγράφιζε όλη τη νύχτα για να μην κρυώνει.

Εκείνη την εποχή ζωγράφιζε τα Infinity Nets, τεράστιες επιφάνειες αποτελούμενες από χιλιάδες μικρές επαναλαμβανόμενες κινήσεις. Σήμερα θεωρούνται έργα που συνέβαλαν στη μετάβαση της αμερικανικής τέχνης πέρα από τον αφηρημένο εξπρεσιονισμό. Τότε, οι πρώτοι πίνακες πωλούνταν (αν πωλούνταν!) για 75 δολάρια. Το 2014 ένα Infinity Net έφτασε τα 7,1 εκατομμύρια δολάρια, κάνοντάς την τότε την ακριβότερη εν ζωή γυναίκα καλλιτέχνιδα.

Το ενδιαφέρον όμως βρίσκεται στο τι συνέβη ενδιάμεσα: Η Κουσάμα άρχισε να καλύπτει έπιπλα και αντικείμενα με εκατοντάδες μαλακές, υφασμάτινες φαλλικές προεξοχές. Ηταν τα λεγόμενα «μαλακά γλυπτά» (accumulations), έργα που σήμερα διαβάζονται ως πρώιμη φεμινιστική τέχνη: ένας κόσμος κυριολεκτικά μολυσμένος από την πανταχού παρουσία του φαλλού. Η ίδια βέβαια είχε πολύ πιο σύνθετη σχέση με το θέμα. Φοβόταν το σεξ και υποστήριζε ότι επαναλαμβάνοντας ασταμάτητα αυτό που τη φόβιζε μπορούσε να του αφαιρέσει τη δύναμή του.

Και κάπου εδώ αρχίζει η πιο άβολη ιστορία: Οι άνδρες συνάδελφοί της υιοθέτησαν ιδέες της, ελάχιστες εβδομάδες αφού τις είχε παρουσιάσει η ίδια, και γνώρισαν με αυτές μεγαλύτερη αναγνώριση από εκείνην. Ο Claes Oldenburg της «έκλεψε» τα μαλακά γλυπτά (η σύζυγός του είπε «συγγνώμη» στη Γιαγιόι, αλλά τι να το κάνεις;). Η Κουσάμα κάλυπτε χώρους με επαναλαμβανόμενες φωτογραφικές εικόνες και λίγο αργότερα ο Andy Warhol χρησιμοποίησε ανάλογη επανάληψη εικόνων σε εγκατάστασή του, δίχως ποτέ να της δώσει τα εύσημα. Η ίδια δεν άντεξε αυτή την κατάσταση και έκανε απόπειρα αυτοκτονίας, αλλά σώθηκε. Ωστόσο, οι άνδρες που κινούνταν δίπλα της απέκτησαν πολύ μεγαλύτερη κριτική και εμπορική επιτυχία τότε, χάρη στις δικές της ιδέες. Κι αυτό συνέβαινε σε έναν χώρο που υποτίθεται ότι ήταν η πρωτοπορία!

Εκεί βρίσκεται η μεγάλη ειρωνεία. Οι άνθρωποι που αμφισβητούσαν την αστική ηθική, την παράδοση και τις συμβάσεις μπορούσαν ταυτόχρονα να αναπαράγουν μια από τις αρχαιότερες συμβάσεις: ο μεγάλος καλλιτέχνης ήταν συνήθως άνδρας, και κατά προτίμηση λευκός. Η Κουσάμα απάντησε καταλαμβάνοντας χώρο.

Οργάνωσε happenings με γυμνά σώματα εναντίον του πολέμου στο Βιετνάμ, υπέρ της σεξουαλικής απελευθέρωσης και των δικαιωμάτων των ομοφυλόφιλων. Το 1968 τέλεσε συμβολικά στη Νέα Υόρκη γάμο δύο ανδρών, σχεδιάζοντας ένα κοινό «νυφικό για δύο». Το 1966 εμφανίστηκε απρόσκλητη στην Μπιενάλε της Βενετίας με το «Narcissus Garden», 1.500 καθρεφτένιες σφαίρες, τις οποίες άρχισε να πουλά στους περαστικούς για δύο δολάρια με την ιδέα «ο ναρκισσισμός σας προς πώληση». Οι διοργανωτές τη σταμάτησαν.

Τα happenings της άρχισαν να αντιμετωπίζονται ως φτηνό μάρκετινγκ, η σοβαρή κριτική έδωσε τη θέση της στο κουτσομπολιό και η «σκανδαλώδης Γιαπωνέζα» έγινε ευκολότερο αφήγημα από τη ριζοσπάστρια καλλιτέχνιδα. Ετσι, το 1973 επέστρεψε στην Ιαπωνία και επέλεξε να εγκατασταθεί σε ψυχιατρικό νοσοκομείο του Τόκιο, συνεχίζοντας να εργάζεται καθημερινά στο κοντινό της στούντιο. Για χρόνια, η γυναίκα που είχε σταθεί δίπλα στον Warhol, τον Oldenburg και τον Donald Judd σχεδόν εξαφανίστηκε από τη μεγάλη αφήγηση της σύγχρονης τέχνης.

Ωσπου η Ιστορία αναγκάστηκε να γυρίσει πίσω: Το 1993 η Ιαπωνία την έστειλε επισήμως στην Μπιενάλε της Βενετίας – στο μέρος όπου 27 χρόνια νωρίτερα είχε εμφανιστεί απρόσκλητη και εκδιώχθηκε. Ακολούθησαν μεγάλες αναδρομικές, τα Infinity Mirror Rooms έγιναν παγκόσμιο φαινόμενο και η Κουσάμα μετατράπηκε σε παγκοσμίου φήμης καλλιτέχνιδα.

Η ίδια δεν δήλωνε φεμινίστρια, έλεγε όμως πως μέσα στην τέχνη της δεν μπορούσαν να την εκφοβίσουν οι άνδρες. Ισως ακριβώς γι’ αυτό η ιστορία της είναι τόσο ισχυρή. Γιατί η ίδια μπήκε σε έναν κόσμο που διακήρυσσε ότι γκρεμίζει όλους τους κανόνες και ανακάλυψε ότι έναν κανόνα τον κρατούσε γερά: το ποιος δικαιούται να θεωρείται ιδιοφυΐα.

Και χρειάστηκε να ζήσει σχεδόν έναν αιώνα για να δει αυτόν τον κανόνα να σπάει.

Keywords