Φυγή

11:02 10/8/2026 - Πηγή: efsyn

Tο «Ανοιχτό βιβλίο», από καταβολής του, φιλοξενεί στις σελίδες του πρωτότυπα διηγήματα. Και φέτος συγγραφείς, διαφορετικής ηλικιακής κλίμακας, θεματικού άξονα και αφηγηματικής παλέτας έγραψαν ευσύνοπτες καλοκαιρινές ιστορίες ειδικά για τους αναγνώστες μας (καθώς αυτές οι σελίδες προσφέρουν, εκτός από κριτική πυξίδα, και λογοτεχνική απόλαυση).

Μ’ άλλα λόγια, μυθιστοριογράφοι και διηγηματογράφοι έθεσαν στο κέντρο της μυθοπλασίας τους κάποια θερινή εμπειρία τους και μας έστειλαν κείμενα νοσταλγικά, περιπλανητικά, υπερβατικά, παιγνιώδη, αλλά και δύσθυμα, ευθέως ή πλαγίως κοινωνικά, ενδοσκοπικά, ή ανατρεπτικά – διηγήματα που θα μας συντροφεύουν ώς το τέλος του θέρους. Μετά τον Ηλία Παπαμόσχο, την Άννα Γρίβα, την Ισμήνη Καρυωτάκη, τον Άκη Παπαντώνη και τον Νίκο Αμανίτη, το καλοκαιρινό νήμα πιάνει η Σοφία Αυγερινού.

Σοφία Αυγερινού*Φυγή

Υπάρχει μόνο ένα σημαντικό ζήτημα και αυτό είναι η φυγή. Λέω αυτά τα λόγια ξανά και ξανά, ενώ το ανυπόφορο μελτέμι μού κόβει την ανάσα, για να τα καταλάβω, να τα εμπεδώσω, να τα κάνω πράξη. Πριν από πολύ καιρό, τα λόγια αυτά ήταν η εναρκτήρια φράση για κάτι σημαντικό που έγραφα. Είχα ήδη ακουμπήσει το δάχτυλο στο επόμενο γράμμα, όταν διάβασα ξανά τη φράση και τη βρήκα ρηχή. Άλλο πράμα η λιτότητα και άλλο η ρηχότητα. Την ξαναέγραψα λοιπόν με άλλο τρόπο, «Μόνο ένα σημαντικό φιλοσοφικό ζήτημα υπάρχει στον κόσμο και αυτό είναι η φυγή». Τρεις μήνες την κοιτούσα καθημερινά. Ε, ούτε κι αυτό απέδωσε. Την τελευταία μέρα του τρίτου μήνα είχα συγκεντρώσει ένα σεβαστό απόθεμα παραλλαγών, με κάθε πιθανή αντιστροφή, υπόταξη και παράταξη, με κάθε δυνατή υπερβολή και παραβολή, με κάθε νοητή έλλειψη και έκθλιψη, χωρίς σώμα και πνοή.

Και τώρα το μελτέμι σαρώνει την έρημη παραλία και μου πετάει τη χοντρή άμμο στα μάτια. Τα κλείνω κι επιχειρώ να ξαπλώσω στην πετσέτα για να ελαχιστοποιήσω την αντίσταση του σώματός μου στον άνεμο. Ο άνεμος γεμίζει τα μάτια μου με γρέζια, εισχωρεί στα ρουθούνια μου και προκαλεί υπεροξία στον εγκέφαλό μου, μου παραλύει τα χέρια, δέρνει την πλάτη και την κοιλιά μου, αναλόγως κατά πού είμαι στραμμένος, και μου κόβει τα πόδια.

Θα έπρεπε να φύγω αυτή τη στιγμή. Δεν μπορώ να κολυμπήσω, ούτε στα ρηχά, δεν μπορώ να σταθώ στην άκρη του κύματος. Δεν μπορώ καν να καθίσω στην πετσέτα, πόσο μάλλον να διαβάσω, να ρεμβάσω, να καγχάσω. Ο άνεμος μου πήρε το βιβλίο μέσα από τα χέρια στα πρώτα πέντε λεπτά. Κείτομαι συγκρατώντας την πετσέτα με το ίδιο μου το σώμα, με τα μάτια κλειστά, το στόμα κλειστό, τα ρουθούνια κατά δύναμη κλειστά και ο ρόχθος της θάλασσας με ξεκουφαίνει. Όταν κάποια στιγμή το παίρνω απόφαση να σηκωθώ και να φύγω, ομολογώντας την ήττα μου –το πείσμα μου κόντρα σε κάθε αντιξοότητα ήταν μάταιο και η μόνη μου απόφαση ήταν η ίδια η φυγή– ανοίγω τα μάτια αναγκαστικά για να βλέπω πού πατάω καθώς θα υποχωρώ προς τα ενδότερα του νησιού, αναζητώντας καταφύγιο σε κάποια ταβέρνα με ριγέ ανεμοδαρμένα τραπεζομάντιλα. Και την ώρα που το βλέμμα μου, δακρυσμένο από τα γρέζια της άμμου, στρέφεται για μια τελευταία φορά στη θάλασσα, τον αντικρίζω. Ευθεία μπροστά, πέντ’-έξι μέτρα μακριά μου, με τα πόδια χωμένα ώς τον αστράγαλο στα βότσαλα που αναδεύονται αγριεμένα. Είναι μαυρισμένος και στέκει κόντρα στον ήλιο, ξένος, μόνος, γυμνός. Έχει σηκώσει τα χέρια και σκιάζει τα μάτια, καρφωμένα ίσως επάνω μου, ίσως στη βραχώδη πλαγιά που εκτείνεται πίσω μου, με τη σκέψη σε κάποιον που ανεβαίνει κοπιαστικά στην κορφή. Έτσι όπως στέκεται, άμμος που στροβιλίζεται και αιχμηρές σταγόνες νερού τον μαστιγώνουν από παντού. Ο πόνος πρέπει να είναι μεγάλος. Παρ’ όλα αυτά στέκει ασάλευτος και με κοιτάζει προκλητικά. Ο νους μου αρνείται να σκεφτεί ότι έχει σκοτωθεί σε δυστύχημα πολλά χρόνια πριν από τη γέννησή μου. Νομίζω κιόλας πως βλέπω το τσιγάρο λοξά κρεμάμενο στα χείλη του. Δίνω μια και πετάγομαι όρθιος, αντί να φύγω, παίρνω φόρα και τρέχω καταπάνω του, αλλά περνάω τρέχοντας από μέσα του, τα πόδια μου μπλέκονται στ’ αγριεμένα βότσαλα, απλώνω μπροστά ενωμένα τα μπράτσα θέλοντας να βουτήξω με το κεφάλι, τα βότσαλα με παρασέρνουν σε μια πτώση και βρίσκομαι στο έλεος των κυμάτων. Μετά βίας καταφέρνω να τραβηχτώ προς τα πίσω, βαδίζοντας στα τέσσερα, σαν αγρίμι.

* Το τελευταίο βιβλίο «Άγνωστες λέξεις» (Πόλις, 2025) της Σοφίας Αυγερινού τιμήθηκε με το Βραβείο Διηγήματος/Νουβέλας 2026 του περιοδικού «Αναγνώστης»

Keywords