Χαρτοστιξίες

07:27 9/6/2026 - Πηγή: efsyn

«What I want to know, where does the time go?» διαβάζουμε στην προμετωπίδα του Ουμπίκικους του Γιώργου Τσακνιά. Πρόκειται για στίχο από τραγούδι του Robert Hunter από τους Grateful Dead και μας προσφέρει μια λαβή για να προσεγγίσουμε τα κείμενα που περιέχονται σε αυτό το βιβλίο, το οποίο δύσκολα μπορεί να μπει κάτω από μια ταμπέλα αυστηρής ειδολογικής κατάταξης. Πρόκειται, όπως εύστοχα δηλώνεται και στο οπισθόφυλλο, για κείμενα που «ακροβατούν ανάμεσα στην αφηγηματική λογοτεχνία, το δοκίμιο και την αυτομυθοπλασία». Πράγματι οι μικρές αυτές ιστορίες εκκινούν δεδηλωμένα από το βίωμα, δίνοντας συχνά τον σπινθήρα για κάποιον στοχασμό, ένα ειρωνικό χαμόγελο, μια ελαφριά ή πιο δυνατή συγκίνηση.

Μεταφέρω ενδεικτικά την πρώτη με τον ομώνυμο της συλλογής τίτλο:

«Στέκεται στην κορυφή της τσουλήθρας και μου φωνάζει:

– Μπαμπά έλα κι εσύ!

Εγώ προτιμώ να περιμένω κάτω, γιατί η συγκεκριμένη τσουλήθρα είναι μεγάλη και καταλήγει από σχετικά ψηλά σε σκληρό χώμα, θέλω λοιπόν να μειώσω την ταχύτητα προσγείωσης.

–  Δε γίνεται, της απαντώ, θέλω να είμαι εδώ να σε πιάσω, συνεπώς δεν μπορώ να βρίσκομαι ταυτόχρονα και εκεί. Δεν είμαι ubiquitous.

Με κοιτάζει κάπως κλονισμένη -ώστε υπάρχει και κάτι που δεν μπορεί να κάνει ή να είναι ο μπαμπάς-, ίσως και λίγο επιτιμητικά.

– Μαμά ουμπίκικους, μου λέει».

Ο τίτλος είναι λοιπόν παράφραση του «πανταχού παρών». Αν και στην πραγματικότητα ουδείς μπορεί να είναι πανταχού παρών, μπορεί όμως στη λογοτεχνία. Πανταχού παρών λοιπόν ο συγγραφέας, ως αφηγητής, στις ιστορίες του, προσφέροντας στον αναγνώστη μικρές φέτες από τη ζωή του, στιγμιότυπα, ταξίδια, περιστατικά, σκέψεις, δουλεμένα με τρόπο βέβαια που να μπορούν να επικοινωνηθούν, να έχουν νόημα όχι μόνο για τον «εαυτό» αλλά και για τον «άλλο».

Η συλλογή Ουμπίκικους συγγενεύει με το ημερολόγιο αλλά και τα σημειωματάρια, όμως τα δύο ανωτέρω είδη είθισται να είναι αποσπασματικά, με τη γραφή να μετακινείται σύμφωνα με τη ροή της σκέψης, να «πηδάει» από το ένα θέμα στο άλλο, να μην εγείρει εν τέλει αξιώσεις συνοχής περιεχομένου ή γλωσσικής αρτιότητας. Εδώ όμως τα κείμενα είναι οργανωμένα ως μικρές ιστορίες, με πλοκή (υποτυπώδη ενίοτε αλλά υπαρκτή), χαρακτήρες, διαλόγους, ενότητα ύφους και γλωσσικές αρετές, ούτως ώστε να θυμίζουν μικρομυθοπλασίες. Συχνά αφορμή είναι μια εικόνα, ένας στίχος, μια ανταλλαγή φράσεων, ένα ποίημα, που σαν βότσαλο πέφτει στα νερά της μνήμης και το κείμενο είναι οι ομόκεντροι κύκλοι που ανοίγουν γύρω από αυτή την «πτώση».

Τα τελευταία χρόνια βλέπουμε όλο και συχνότερα να εμφανίζονται βιβλία αυτομυθοπλασίας, όπου συγγραφέας και αφηγητής ταυτίζονται, όπως της βραβευμένης με Nομπέλ Ανί Ερνό, η οποία έχει αναγάγει σε έργο ζωής την αποτύπωση «κεφαλαίων» της ζωής της στο χαρτί, ή τα αυτοβιογραφικά βιβλία του νεαρού Εντουάρ Λουί, ενώ βέβαια κυκλοφορούν και ανάλογες συγγραφικές προσπάθειες ήσσονος βεληνεκούς. Ξεφεύγει ωστόσο από τα όρια μιας βιβλιοκρισίας η ανάλυση και αποτίμηση αυτού του φαινομένου, που -όπως κάθε φαινόμενο της εποχής- έλκει και τα βέλη όσων το απαξιώνουν.

Ας ειπωθεί μόνο πως είτε από το πηγάδι των προσωπικών εμπειριών αντλήσει κάποιος το υλικό του, είτε από την πλατιά θάλασσα της φαντασίας, το αποτέλεσμα θα κριθεί από τη σπουδαιότερη και αρχαιότερη όλων των συγγραφικών αρετών: το να μπορεί κανείς να πει μια ιστορία προκαλώντας αναγνωστική ευφορία. Αυτή την ευφορία θα τη νιώσει ο αναγνώστης τού Ουμπίκικους γιατί ο Γιώργος Τσακνιάς ξέρει να λέει ιστορίες, κατέχει την τέχνη της ελαφρότητας -το χιούμορ είναι «πανταχού παρόν»-, χτίζει γέφυρες με τον αναγνώστη του, του κλείνει ειρωνικά το μάτι, τον οδηγεί με μετρημένα βήματα, χωρίς εξάρσεις αλλά όχι και χωρίς συγκίνηση, στο μικρό του σύμπαν, κατάστικτο από τις στιγμές που προσπαθεί να αποτυπώσει. Η «στιγμή» άλλωστε βγαίνει από το «στίζω», χαράσσω, κι αφού ο χρόνος μάς χαράσσει, πασχίζουμε κι εμείς -even if nobody knows where time goes- να αιχμαλωτίσουμε τις χαρακιές του στο χαρτί.

Keywords