Αγάπα το κελί σου

11:50 7/9/2026 - Πηγή: efsyn

Αν παρατηρήσει κανείς την ελληνική κοινωνική πραγματικότητα των τελευταίων ετών, θα διαπιστώσει μια παράξενη μετατόπιση στα συλλογικά μας αντανακλαστικά. Υπάρχει μια διάχυτη αίσθηση ότι τίποτα πια δεν μας εκπλήσσει, ότι τα όρια της αντοχής μας μετατίθενται διαρκώς πιο πέρα, σχεδόν αθόρυβα. Εκεί που άλλοτε ένα μεμονωμένο γεγονός θεσμικής αυθαιρεσίας ή οικονομικής ασυδοσίας αρκούσε για να πυροδοτήσει μαζικές κοινωνικές δονήσεις, σήμερα η συσσώρευση των κρίσεων μοιάζει να παράγει το αντίθετο αποτέλεσμα. Το πρωί εξοργίζεσαι με την απόδειξη του σούπερ μάρκετ, το μεσημέρι με τη νέα κυβερνητική κάλυψη ενός σκανδάλου, και το βράδυ με την εικόνα μιας χώρας που λειτουργεί στον αυτόματο πιλότο. Η οργή στην Ελλάδα δεν είναι πια μια έκρηξη, ένα ξαφνικό ξέσπασμα που βγάζει τις μάζες στους δρόμους. Έχει μετατραπεί σε μια αχνή φωνή στο background της καθημερινότητάς μας. Έχει κανονικοποιηθεί.

Αυτό είναι ίσως το πιο επικίνδυνο και δομικό επίτευγμα του σύγχρονου νεοφιλελεύθερου κυνισμού: η μετατροπή της κοινωνικής αγανάκτησης από κινητήριο μοχλό ανατροπής σε μια παθητική συνήθεια. Ζούμε σε ένα διαρκές καθεστώς μιθριδατισμού, όπου το επόμενο σοκ έρχεται να επικαλύψει το προηγούμενο πριν καν προλάβουμε να το πενθήσουμε ή να το εκλογικεύσουμε. Η συστηματική έκθεση στην αδικία δεν γεννά πια δράση, αλλά μια βαθιά συναισθηματική κόπωση. Ο πολίτης δεν επαναστατεί, απλώς συντονίζει τα νεύρα του με τη γενικευμένη σήψη, ανασηκώνει τους ώμους και συνεχίζει να επιβιώνει. Ίσως η πιο ηχηρή εξαίρεση σε αυτή την εσωτερίκευση της οργής, ήταν οι μαζικές διαδηλώσεις για τα Τέμπη, όταν ο συσσωρευμένος θυμός κατάφερε, έστω και προσωρινά, να σπάσει το περίβλημα της κοινωνικής αδράνειας. Για μία από τις ελάχιστες φορές στα χρόνια της τελευταίας επταετίας, η αγανάκτηση βγήκε από τις οθόνες και τους ιδιωτικούς χώρους και μετατράπηκε σε μαζική, συλλογική παρουσία στον δρόμο.

Αυτή η κανονικοποίηση δεν συνέβη τυχαία. Είναι το προϊόν μιας καλά μελετημένης ιδιωτικοποίησης των συναισθημάτων. Το σύστημα δεν φοβάται την οργή μας, όσο αυτή παραμένει εγκλωβισμένη στις οθόνες των κινητών μας, στα οργισμένα tweets και στις συζητήσεις, μεταξύ φίλων, στα καφέ. Η εξουσία ανέχεται, αν όχι επιδιώκει, αυτή την ψηφιακή εκτόνωση. Σου επιτρέπει να φωνάξεις, να καταγγείλεις, να αποκαλέσεις το παράλογο με το όνομά του, αρκεί την επόμενη ημέρα να προσέλθεις κανονικά στη δουλειά σου, να δεχτείς τη μείωση της αγοραστικής σου δύναμης, να υποστείς τη διάλυση της δημόσιας υγείας και παιδείας. Η οργή έχει αποσυνδεθεί από την πολιτική της μήτρα και έχει γίνει ένα ατομικό δικαίωμα στη γκρίνια, στερημένο από κάθε ταξική και συλλογική συνείδηση.

Εδώ ακριβώς ελλοχεύει ο μεγάλος κίνδυνος, ο οποίος συχνά τροφοδοτεί τα πιο σκοτεινά κομμάτια της πολιτικής ζωής. Όταν η δομημένη, προοδευτική και συλλογική οργή εξουδετερώνεται, η κοινωνία δεν ηρεμεί, απλώς σαπίζει εσωτερικά. Αυτή η βουβή, διάχυτη και χωρίς κατεύθυνση αγανάκτηση αποτελεί το τέλειο λίπασμα για τον εκφασισμό. Η ακροδεξιά, με τον γνωστό της αλγοριθμικό κυνισμό, καραδοκεί πάντα για να γίνει ο «ιδιοκτήτης» αυτού του τυφλού θυμού. Έρχεται να προσφέρει εύκολους αποδιοπομπαίους τράγους —τον πρόσφυγα, τον αδύναμο, τον «άλλο»— σε μια κοινωνία που διψάει να ξεσπάσει κάπου, ακριβώς επειδή νιώθει ανίσχυρη να χτυπήσει το ίδιο το σύστημα που παράγει την αδικία.

Σε τελική ανάλυση, η αποδοχή αυτής της κατάστασης συνιστά μια βαθύτερη κρίση υποκειμενικότητας, όπου ο πολίτης παραιτείται από τον ρόλο του δημιουργού της Ιστορίας και μετατρέπεται σε απλό θεατή της ίδιας του της υποβάθμισης. Η οργή που καταναλώνεται σε εσωτερική καύση ή σε ψηφιακούς αφορισμούς δεν είναι απλώς αναποτελεσματική αλλά είναι συστημικά χρήσιμη, καθώς λειτουργεί ως μια βαλβίδα αποσυμπίεσης που διατηρεί το status quo άθικτο. Ο μόνος τρόπος για να σπάσει αυτός ο μηχανισμός είναι να πάψει η αγανάκτηση να βιώνεται ως ένα υπαρξιακό αδιέξοδο και να επαναπροσδιοριστεί ως αυστηρά πολιτικό μέγεθος. Το ζητούμενο για τις δυνάμεις της ανατροπής δεν είναι να χαϊδέψουν τα αυτιά ενός θυμωμένου ακροατηρίου, αλλά να μετατρέψουν αυτόν τον ασυνάρτητο θυμό σε δομημένη, συλλογική διεκδίκηση. Η οργή πρέπει να αποκτήσει ξανά πολιτικό υποκείμενο, ιστορική μνήμη και, πάνω απ’ όλα, παρουσία εκεί όπου η εξουσία εξακολουθεί να νιώθει άβολα: στους δρόμους, στους χώρους εργασίας, στις γειτονιές. Μόνο αν μεταβολιστεί ο θυμός σε αλληλεγγύη και οργανωμένο σχέδιο, το «δεν πάει άλλο» θα πάψει να είναι η κραυγή της απόγνωσής μας και θα γίνει η αφετηρία της χειραφέτησής μας.

Keywords