ΙΑΤΡΙΚΗ-ΚΟΙΝΩΝΙΑ-ΠΟΛΙΤΙΚΗ: ΜΙΑ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΩΝ ΑΝΤΙΛΗΨΕΩΝ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ 6. Οι άγγελοι της κρίσης: η δεύτερη οικογένεια.

Ο όρος «ολιστική θεραπευτική» βρίσκεται σήμερα στο στόμα όλων. Χρησιμοποιείται με χαλαρό τρόπο για να δηλώσει όλο σχεδόν το φάσμα των θεραπευτικών προσεγγίσεων, αρχαίων και πρόσφατων, εξωτικών και ιθαγενών, που χρησιμοποιούνται στο περιθώριο της επίσημης ιατρικής εναλλακτικά ή συμπληρωματικά προς αυτήν: χειροπρακτική, οστεοπαθητική, βοτανοθεραπεία, βελονισμός, ομοιοπαθητική, ρεφλεξολογία, ανθοϊάματα, αγιουρβέδα, γιόγκα, οργονοθεραπεία, πολλές ειδικές μορφές μασάζ, είναι κάποιες από αυτές που μας έρχονται στο νου ακούγοντας τον όρο.

Δεν έχουν όλες ούτε το ίδιο εύρος εφαρμογής ούτε το ίδιο

βάθος ή σοβαρότητα, ενώ κάποιες —π.χ. γιόγκα— δεν ξεκίνησαν ακριβώς ως «θεραπευτικές» στην πολιτισμική τους κοιτίδα, αντιμετωπίζονται όμως όλο και περισσότερο ως τέτοιες κατά την πολιτισμική τους μεταφύτευση. Η συζήτηση καθεμίας τους θα μας πήγαινε πολύ μακριά, και ασφαλώς θ’ απαιτούσε ξεχωριστές πραγματεύσεις. Τούτη η σύντομη αναφορά δεν φιλοδοξεί να τις αντικαταστήσει· θέλει μόνο να φωτίσει τη συγκυρία τής ανάδυσής τους και να τις εντάξει σε ένα πλαίσιο ικανό να εξηγήσει το ιστορικό και πολιτισμικό νόημα που φέρουν, εν επιγνώσει τους ή όχι. Διότι πολλές από αυτές είναι αρχαίες ή εν πάση περιπτώσει παλαιές (όπως η ομοιοπαθητική) και άλλες ανήκουν σε πολιτισμικές παραδόσεις ξένες προς τη σύγχρονη Δύση (όπως ο βελονισμός και η αγιουρβέδα)· η πολιτογράφησή τους στο έδαφος της νεωτερικότητας συνυφαίνεται με μια επανερμηνεία τους, και η επανερμηνεία αυτή είναι δείκτης μιας βαθιάς θεραπευτικής μεταπολίτευσης που σοβεί πίσω από τις κατεστημένες ιατρικές πρακτικές, τις φαινομενικά κυρίαρχες: μεταπολίτευση η οποία μοιάζει, ενόψει της αυξανόμενης απογοήτευσης από το ισχύον βιοϊατρικό μοντέλο και το ευρύτερο επιστημολογικό παράδειγμα απ’ όπου αυτό αντλεί την ισχύ του, να ξαναβρίσκει σε έναν παράδοξο ιστορικό κύκλο δεσμούς μ’ εκείνες τις μακραίωνες θεραπευτικές αντιλήψεις και την πρακτική τους σοφία που το μοντέλο αυτό απέκλεισε. Εδώ θα εστιάσω την προσοχή μου σε δύο, τις κατά τη γνώμη μου σοβαρότερες και καλύτερα οργανωμένες σήμερα, επιχειρώντας να αναδείξω αυτό που κομίζουν ως «νέο επιστημολογικό παράδειγμα», όπως λέμε: την ομοιοπαθητική και τον βελονισμό.

Προηγούμενως όμως μια σύντομη διευκρίνιση για τον όρο «ολιστικό». Στη συνηθισμένη πρόχειρη χρήση της από πολλούς, η λέξη εκλαμβάνεται σαν να σημαίνει συνδυασμένες προσεγγίσεις (αυτές που συχνά λέμε «διεπιστημονικές») στην επιδίωξη να ληφθούν υπόψιν ει δυνατόν «όλες» οι πλευρές ενός αντικειμένου. Δεν είναι αυτό το νόημά της. Η έννοια «ολιστικό» δημιουργήθηκε για να περιγράψει ένα επιστημολογικό μοντέλο, δηλαδή, ένα πρότυπο σχέσης μεταξύ ενός συνόλου και των μερών του, κατά το οποίο το σύνολο δεν κατανοείται ως άθροισμα ενός αριθμού αυτοτελών μερών ή ως κάτι που επιπροστίθεται σε αυτά (σύμφωνα με το αντίθετο μοντέλο που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «ατομιστικό/αναλυτικό»), αλλά ως ισομορφικό προς καθένα από τα μέρη του: δηλαδή, σε κάθε μεμονωμένο μέρος επανευρίσκεται η δομή τού όλου, η οποία αναπαράγεται διηνεκώς οσοδήποτε «πάνω» ή «κάτω» προχωράμε (η γραφική του παράσταση θα ήταν η μορφή τού fractal).1 Για να γίνει αυτό κατανοητό, ένα ολιστικό μοντέλο τού οργανισμού, παραδείγματος χάριν, δεν συλλαμβάνει τον οργανισμό σαν έναν σύνολο από κύτταρα, ιστούς και όργανα συγκολλημένα μηχανικά μεταξύ τους, ούτε αποδίδει στις «σωματικές» και τις «ψυχοδιανοητικές» δραστηριότητες κάποιαν ανεξαρτησία ή σχέση εξωτερικής αιτιότητας προς οιανδήποτε φορά: θεωρεί από θέση αρχής ότι καθετί που συμβαίνει σε ένα επίπεδο έχει το συγχρονικό του ομόλογο σε κάθε άλλο, και η «ολότητα» δεν είναι τίποτε άλλο από τις μυριάδες αόρατες διεργασίες που εξασφαλίζουν αυτό τον εσωτερικό συντονισμό αναπαράγοντας την «ταυτότητά» της σε κάθε δυνατή υποδιαίρεση. Σε αυτό το πλαίσιο, οιοδήποτε στοιχείο εκλάβουμε προς στιγμήν, για λόγους αναλυτικής εστίασης, ως «μονάδα», δεν κατανοείται παρά σε συσχετισμό με το αμέσως ανώτερο επίπεδο απαρτίωσης (σχέση που στην κυβερνητική γλώσσα λέμε σύστημα-και–μετασύστημα είτε στην οικολογία οργανισμός-και–περιβάλλον). Ποιες είναι οι θεραπευτικές συνεπαγωγές μιας τέτοιες οπτικής ελπίζω πως θα φανεί σε λίγο.

i) Η ομοιοπαθητική.

Η ομοιοπαθητική είναι ουσιαστικά συνομήλικη με την επικρατούσα ακαδημαϊκή ιατρική και αναπτύχθηκε σε διαρκή αντιπαράθεση μαζί της. Είναι η πιο διαδεδομένη από τις «εναλλακτικές» θεραπείες στον δυτικό κόσμο σήμερα, και βλέπει τη δημοτικότητά της να αυξάνει ταχύτατα· για τον ίδιο λόγο, είναι εκείνη που έχει προκαλέσει —και προκαλεί— τις πιο τεταμένες αντιπαραθέσεις μέσα στην ιατρική κοινότητα. Κατά καιρούς αυτές απολήγουν σε σολομώντειους συμβιβασμούς και, παρά την ανυποχώρητη αμφισβήτηση, σε πολλές χώρες τής Ευρώπης και της Νοτίου Αμερικής, στη Βόρειο Αμερική και στην Ινδία η ομοιοπαθητική έχει ενταχθεί υπό όρους στο ιατρικό σύστημα (επ’ ουδενί όμως εξισωθεί νομικά με την ακαδημαϊκή ιατρική).2

Οι παρανοήσεις που έχουν υπάρξει γύρω από την ομοιοπαθητική θ’ απαιτούσαν ένα ολόκληρο βιβλίο για να συζητηθούν. Δεν είναι πάντα κακοπροαίρετες, ούτε είναι τελείως ανεύθυνοι γι’ αυτό αρκετοί από τους ασκούντες την ομοιοπαθητική· το κύριο πρόβλημα όμως πηγάζει από την πρόκληση που αντιπροσωπεύει αυτή για ένα μοντέλο σκέψης το οποίο σε μια ορισμένη κατηγορία ανθρώπων ειδικά εκπαιδευμένων έχει γίνει δεύτερη φύση.3 Εν πάση περιπτώσει, δύο πράγματα πρέπει να ξεκαθαριστούν εάν θέλουμε να καταλάβουμε την ομοιοπαθητική: το πρώτο είναι η συμβολή της στην πανάρχαιη τέχνη τής θεραπευτικής χρήσης των φαρμάκων· και το δεύτερο, η επεξεργασία ενός ολοκληρωμένου μοντέλου —το οποίο χαρακτηρίζουμε ως ολιστικό και/ή ενεργειακό— για την κατανόηση του δυναμικού συστήματος της αρρώστιας-θεραπείας εν γένει. Εκ προοιμίου να πω ότι, παρ’ όλο που απορρέουν από την ίδια λογική, αυτά δεν συνδέονται μεταξύ τους με αποκλειστικό και μονοσήμαντο τρόπο. Το πρώτο αφόρα την τεχνική διάσταση – το ειδικό μέσον με το οποίο επιδρούμε θεραπευτικά στη βάση μιας διαγνωστικής αποτίμησης που έχει προηγηθεί κι ενός συνόλου κριτηρίων για την αξιολόγηση της θεραπευτικής πορείας· αυτά δίνονται όμως από το δεύτερο, το θεωρητικό μοντέλο, που αντιπροσωπεύει ό,τι θα λέγαμε πολιτική διάσταση – διότι αντανακλά ένα ολοκληρωμένο αξιακό σύστημα, που εμπλέκει σχέσεις πέραν τού στενά εννοούμενου ιατρικού πεδίου κι εν μέρει ανεξάρτητα από το την τεχνική θεραπευτική παρέμβαση.

Η ομοιοπαθητική είναι η ιστορικώς τελευταία προσέγγιση στην αρχαιότερη απ’ όλες τις εμπειρικές θεραπευτικές τεχνικές: τη χρήση φυσικών ουσιών (οργανικών ή ανόργανων) ως φαρμάκων. Ποιος ξέρει να πει τί είναι ένα φάρμακο; Η γνωστή και πολυσυζητημένη αμφισημία τής ελληνικής λέξης (ίαμα και δηλητήριο) θα έπρεπε να μας έχει υποψιάσει ότι «φάρμακο» δεν λέμε την ίδια την υλική ουσία: δηλώνουμε μάλλον μια ιδιαίτερη λειτουργία που πολλές υλικές ουσίες μπορούν να έχουν, κάτω από εξαιρετικά καθορισμένες και δύσκολα τυποποιήσιμες περιστάσεις, δόσεις και πλαίσια χρήσης – ενώ πάντα μπορούν να έχουν και μία άλλη, ενδεχομένως αντίθετη λειτουργία. Για πολλούς αρχαίους λαούς τα φάρμακα ήταν έμψυχες οντότητες, κάποιου είδους δαιμονικές δυνάμεις κρυμμένες στις φυσικές μορφές, ικανές να «ελευθερωθούν» και να δράσουν σε τελετουργικά πλαίσια χρήσης. Την ιδέα αυτή συναντάμε ακόμα στον Παράκελσο. Η ανάπτυξη της χημείας και της βιοχημείας από τον δέκατο όγδοο μέχρι τον εικοστό αιώνα δημιούργησε ένα μοντέλο ερμηνείας τής φαρμακευτικής δράσης βασισμένο στις μηχανιστικές αρχές που είχαν ευρύτερα υιοθετηθεί από τη νέα επιστήμη. Η ερμηνεία αυτή, με τη σειρά της, έγινε εφαλτήριο για την ανάπτυξη μιας κολοσσιαίας φαρμακοβιομηχανίας ιδίως από την τέταρτη δεκαετία τού εικοστού αιώνα, με κάποιες μεμονωμένες επιτυχίες στη συμπτωματική αντιμετώπιση ορισμένων νοσημάτων και ανυπολόγιστα καταστροφικές συνέπειες στη συνολική υγεία τού παγκόσμιου πληθυσμού – σε βαθμό που έχει κάνει πολλούς να μιλούν για μάστιγα της ανθρωπότητας, και να συγκρίνουν τις μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες με το διεθνές τραστ των ναρκωτικών και των όπλων.4 Αν κάποιοι νομίζουν ότι αυτό οφείλεται μόνο στην αιχμαλωσία τής επιστήμης σε τερατώδη οικονομικά συμφέροντα (πράγμα που είναι αυτονόητο σε συνθήκες ανεπτυγμένου καπιταλισμού), θα έπρεπε ίσως να σκεφτούν και το ενδεχόμενο να ευθύνεται νωρίτερα η ίδια η ερμηνεία τής φαρμακευτικής δράσης – δηλαδή, το «επιστημονικό» μοντέλο τής φαρμακοπαραγωγής και της συνταγογράφησης (συνδεδεμένο στενά με τη μικροβιακή αιτιολογία των ασθενειών).

Το γεγονός ότι ένα μεγάλο φάσμα φαρμάκων δημιουργεί μακροπρόθεσμα τις ασθένειες στις οποίες έχει μια βραχυπρόθεσμη επίδραση έχει προβληματίσει επανειλημμένα την ιατρική κοινότητα μέσα στα τελευταία 30-40 χρόνια, και κατεξοχήν τους ερευνητές των ψυχιατρικών φαρμάκων·5 αλλά η επιρροή των φαρμακευτικών γιγάντων στον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, στα σχετικά υπουργεία των περισσότερων κυβερνήσεων και σε κορυφαίους εκπροσώπους τού ιατρικού κλάδου καταφέρνει, παρά τα στοιχεία, να κρύβει αποτελεσματικά το πρόβλημα. Εκείνο όμως που παραμένει αίνιγμα στο πλαίσιο τού χημικού μοντέλου ερμηνείας τής φαρμακευτικής δράσης, γίνεται εύκολα κατανοητό στο πλαίσιο ενός άλλου εξηγητικού μοντέλου που ανέπτυξε ήδη από τις αρχές τού δέκατου ένατου αιώνα ο Σάμουελ Χάνεμαν (1755-1843), έναν υψηλά εκπαιδευμένος γιατρός με προχωρημένες γνώσεις τής χημείας τού καιρού του, ο οποίος ξέκοψε από την ορθόδοξη ιατρική δυσφορώντας με τις βίαιες και αναποτελεσματικές μεθόδους της. Παρότι το μοντέλο του έγινε σύντομα περίπλοκο, ξεκίνησε από την παρατήρηση ότι μια ουσία (φυτική, ζωική ή ορυκτή) η οποία μπορεί να θεραπεύσει μπορεί επίσης να προκαλεί τα συμπτώματα που θεραπεύει. Συνειδητοποίησε ότι βάδιζε στα ίχνη μιας αρχαιότατης θεραπευτικής αντίληψης, που οι ρίζες της χάνονται πίσω σε αυτό που οι ανθρωπολόγοι ονόμασαν μυστική ομοιοπάθεια και διαβάζουν σαν ένα αξίωμα του «μαγικού» σκέπτεσθαι: similia similibus curantur («τα όμοια θεραπεύουν τα όμοια»). Με την ίδια κίνηση, μπορούμε να πούμε πως ο Χάνεμαν κατανόησε εμπειρικά το διττό (διαλεκτικό) νόημα της ελληνικής λέξης φάρμακον· και, ίσως χωρίς να το έχει συνειδητοποιήσει αμέσως, κάτι πολύ σπουδαιότερο: ότι «αρρώστια» και «θεραπεία» δεν είναι δύο χωριστές κι ενάντιες διαδικασίες αλλά η αυτή διαδικασία με αντίστροφη φορά.

 

Από αυτές τις σπερματικές συλλήψεις τού Χάνεμαν, και τον πειραματισμό που ακολούθησε, γεννήθηκε η ομοιοπαθητική. Εκείνο που τη διακρίνει πραγματικά όμως δεν είναι η «αρχή των ομοίων» ως απλοϊκή αναγωγική αρχή —όπως εξακολουθούν να πιστεύουν πολλοί, και όπως συχνά η ρητορική των ομοιοπαθητικών αφήνει να πιστευτεί— αλλά η αρχή τής ελάχιστης δόσης σε συνδυασμό με τη δυναμοποίηση. Έχοντας να κάνει συχνά με ισχυρά δηλητήρια, ο Χάνεμαν συνέχισε να πειραματίζεται μειώνοντας προοδευτικά τις δόσεις, ενώ σαν αντιστάθμισμα ανέπτυξε μια τεχνική δόνησης του διαλύματος· κατέληξε ότι κάθε φορά που μια θεραπευτική ουσία διαλυόταν λιγόστευε σε ποσότητα αλλά σε κάποιο επίπεδο απέβαινε δραστικότερη, επειδή ακριβώς εδονείτο. Αυτή η διαδικασία διάλυσης-και-δόνησης (αρχή τής παρασκευής τού ομοιοπαθητικού φαρμάκου μέχρι σήμερα, με τη χρήση ηλεκτρονικών συσκευών πλέον) δεν σταματούσε μέχρις ότου φτάσει σε χημικώς μη ανιχνεύσιμες ποσότητες (κάτω του λεγόμενου «αριθμού Avogadro»). Αν το φάρμακο δρούσε —και ήταν εκ του αποτελέσματος φανερό ότι δρούσε— αυτό γινόταν με τρόπο άγνωστο, που σημαίνει, πέραν των εξηγητικών δυνατοτήτων τής φυσικής και της χημείας. Ο Χάνεμαν ισχυριζόταν ότι αποδέσμευε την «ενέργεια» του φαρμάκου, και με τον τρόπο αυτό συνέβαλλε στην εξισορρόπηση της ζωτικής δύναμης του σώματος – ούτε αυτή όμως είναι επιστημονικώς εντοπίσημη, και είδαμε ήδη πόσες και τί είδους αντιδράσεις προκάλεσαν οι «βιταλιστικές» εξηγήσεις στους ιατρικούς κύκλους τού δέκατου ένατου και του πρώιμου εικοστού αιώνα.

Τέτοιου είδους ενστάσεις, για να μη μακρηγορώ, εγείρονται μέχρι σήμερα ενάντια στην ομοιοπαθητική από τη βιοϊατρική κοινότητα. Όταν ενίστανται ότι «δεν υπάρχει εξήγηση» της δράσης τού ομοιοπαθητικού φαρμάκου, εννοούν ότι δεν υπάρχει εξήγηση εντός των ορίων τού θεσμοποιημένου και αποδεκτού εξηγητικού μοντέλου – δηλαδή, για το πω πάλι, ενός μηχανιστικού φυσικοχημικού παραδείγματος. Εδώ θα μπορούσε κάποιος να εγείρει δύο ενστάσεις. Πρώτον, πολλά φαινόμενα έχουν παρατηρηθεί με αποδεδεγμένες μεθόδους παρατήρησης —στην αστρονομία π.χ.— πολύ πριν δοθεί γι’ αυτά μια ικανοποιητική και καθολικώς αποδεκτή εξήγηση. Είναι μήπως αυτό επαρκής λόγος για ν’ απαξιωθεί εκ προοιμίου η παρατήρηση ως «αντι-επιστημονική»; Δεύτερον, και κυριότερο, αν η δράση τού ομοιοπαθητικού φαρμάκου δεν «αποδεικνύεται» με τις καθιερωμένες επιστημονικές μεθόδους, γιατί άραγε αυτό είναι πρόβλημα του φαρμάκου και όχι των καθιερωμένων επιστημονικών μεθόδων; Στο κάτω-κάτω, από μια ιατρική ζητάμε να είναι θεραπευτική, όχι «επιστήμη». Η άκριτη υπαγωγή τής θεραπευτικής τέχνης στο επιστημονικό μοντέλο που κατασκεύασε η αστική νεωτερικότητα, θα το πω πάλι, είναι μία από τις πιο τυφλές πεποιθήσεις που καθοδηγούν τη μοντέρνα σκέψη, μια ιδεολογία με την πλέον αυστηρή και περιοριστική έννοια του όρου.

Κάθε κλειστό εξηγητικό σύστημα εν πάση περιπτώσει διαθέτει μια έννοια-0 (ένα κυμαινόμενο σημαίνον, θα έλεγαν κάποιοι) όπου υπάγει ό,τι δεν είναι εξηγήσιμο με τους δικούς του όρους. Η έννοια που παίζει αυτό τον ρόλο στο σύστημα της επιστημονικής ιατρικής είναι η έννοια του placebo.6  Για τα εθισμένα στον θετικιστικό τρόπο σκέψης ιατρικά μυαλά, η έννοια αυτή ισοδυναμεί με «ψευδοφάρμακο», ή ό,τι κοινώς λέμε αυθυποβολή. Είναι απίστευτα απλοϊκό, είναι όμως επίσης μία αναμενόμενη απόρροια του καρτεσιανού τρόπου σκέψης. Είναι ο ασφαλέστερος τρόπος να ριχτεί ένα πέπλο αορατότητας σε όλες τις μη τεχνικού, μη εργαλειακού χαρακτήρα δράσεις που αναπτύσσονται στο πλαίσιο οιασδήποτε μορφής θεραπείας, και ιδίως στη σχεσιακή δυναμική μεταξύ θεραπευόμενου-θεραπευτή (το «φάρμακο-γιατρός» τού M. Balint). Η θεραπεία τού σαμάνου είναι placebo· η θεραπεία τού ομοιοπαθητικού είναι placebo· η θεραπεία τού ψυχαναλυτή είναι placebo επίσης; Σε κανέναν ψυχαναλυτή δεν θ’ άρεσε να το ακούσει αυτό, για πολύ κατανοητούς λόγους· αλλά ούτε και κανένας γιατρός τού το λέει, όχι επειδή θεωρεί τη δουλειά του πολύ διαφορετική από του σαμάνου ή του ομοιοπαθητικού (κανένας επιστημονικά εκπαιδευμένος γιατρός δεν μπαίνει στον κόπο να σκεφτεί τέτοιες διαφορές, ούτε έχει έννοιες για να το κάνει) αλλά επειδή εκ προοιμίου δεν κρίνει τον ψυχαναλυτή με τους όρους τού βιοϊατρικού εξηγητικού μοντέλου: έχει μάθει να μην τον θεωρεί ανταγωνιστή, και τον προσπερνάει μ’ ένα χαμόγελο συγκατάβασης. Εν ολίγοις, ένας γιατρός δεν θεωρεί τα προβλήματα νοήματος, και τους διυποκειμενικούς όρους σύστασης του νοήματος, μέρος τής δουλειάς του.

Δυστυχώς γι’ αυτόν όμως, δεν υπάρχει αρρώστια άμοιρη νοήματος – κι εδώ εντοπίζεται η πολιτική διάσταση της ιατρικής. Όπου υπάρχει συνείδηση —δεν είμαι σε θέση να πω, και ίσως όχι της στιγμής να συζητηθεί, τί γίνεται με τα ζώα— το τί παθαίνουμε είναι συνάρτηση του τί πιστεύουμε πως παθαίνουμε, και το τί πιστεύουμε πως παθαίνουμε συνάρτηση του τί μας λένε οι άλλοι πως έχουμε. Γι’ αυτό και όταν η ιατρική δημιουργεί νοσολογικές κατηγορίες, δημιουργεί πραγματικές νοσολογικές οντότητες. Από αυτή την άποψη, η πολιτική σημασία τής ομοιοπαθητικής, καθρεφτιζόμενη στη μορφή τής σχέσης που εδραιώνει ανάμεσα στον γιατρό και τον ασθενή, στη μεθοδολογία τής ομοιοπαθητική συνέντευξης και στη διαγνωστική λογική της, είναι ότι διαλύει την ψευδοαντικειμενική οντότητα που λέμε «νόσο» σε ένα σύνολο άκρως εξατομικευμένων αντιδράσεων με μοναδική έκφραση (μια «συμπτωματολογία», νοούμενη ως φαινομενολογία τής διαταραχής): κυριολεκτικά, κατά την παλιά και κοινότοπη ρήση,  έχει να κάνει με ασθενείς, όχι με ασθένειες.7 Αυτό δεν καθιστά περιττό, βέβαια, οιονδήποτε περαιτέρω τρόπο δράσης.

Το διπλό αίνιγμα της δράσης τού ομοιοπαθητικού φαρμάκου και της λεγόμενης ζωτικής δύναμης παρέμεναν τα σημεία που έφερναν σε διαρκή θέση άμυνας τους θεραπευτές τής ομοιοπαθητικής· πράγμα που δεν τους εμπόδισε πάντως να συστήσουν μιαν αδιάσπαστη παράδοση η οποία εξελισσόταν παράλληλα —και σε αυξανόμενη διάσταση— με την ανάπτυξη της βιοϊατρικής ώς τον εικοστό αιώνα. Σήμερα όμως, δύο μείζονος σημασίας «ανακαλύψεις», δεν θα πω ότι έδωσαν τελεσίδικες απαντήσεις στα ερωτήματα (γιατί τελεσίδικες απαντήσεις σε τέτοια ερωτήματα δεν υπάρχουν), κάνουν τουλάχιστον τους ομοιοπαθητικούς ισχυρισμούς μεταφράσιμους σε μια κατανοητή από τους επιστήμονες γλώσσα. Η πρώτη είναι η κρίση τού νευτώνειου μοντέλου αναπαράστασης της φύσης που επέφεραν με διαδοχικά βήματα ο ηλεκτρομαγνητισμός, η γενική και ειδική θεωρία τής σχετικότητας του Αϊνστάιν και η υποατομική φυσική με τις ατελείωτες εκπλήξεις της (πιο «μαγική» από οιαδήποτε παραδοσιακή μορφή μαγείας…). Όλες αυτές οι θεωρίες δεν λένε το ίδιο πράγμα, βέβαια· στο συμφραζόμενό τους, ωστόσο, η έννοια της «ενέργειας» έχει αποβάλει τις τελευταίες της μεταφυσικές συνδηλώσεις και γίνει ένα λυσιτελές εργαλείο για την περιγραφή όψεων της πραγματικότητας μη συλλήψιμων με τα κλασικά μηχανιστικά μοντέλα. Οι εξισώσεις τής σχετικότητας μας έχουν εξοικειώσει με το φαινόμενο της αλληλομετατρεψιμότητας μάζας/ενέργειας – ως μία ιδιαίτερη περίπτωση της οποίας θα μπορούσε να διαβάζεται πλέον η «δυναμοποίηση» του φαρμάκου. Έτσι, εκείνο που ο Χάνεμαν περιέγραφε ως «ενέργεια του φαρμάκου» μπορεί κάλλιστα σήμερα να γίνει αντιληπτό —όπως έχει προτείνει πειστικά ο Γ. Βυθούλκας— ως ένα ηλεκτρομαγνητικό πεδίο σε ειδική δονητική συχνότητα που, μέσω της συστοιχίας των ιδιοτήτων του με την εξατομικευμένη συμπτωματολογία, συντονίζεται με την ιδιοσυχνότητα του αντίστοιχου πεδίου που είναι ο οργανισμός εκμαιεύοντας την θεραπευτική του αντίδραση. Αν το δούμε έτσι, ο λεγόμενος νόμος των ομοίων θα έπρεπε ίσως να αναδιατυπωθεί με μια ουσιώδη διευκρίνιση: «αρχή των ομοίων» μιλώντας με όρους φαινομένων ιδιοτήτων, «αρχή των εναντίων» μιλώντας με όρους υλοενεργειακής κατάστασης.

Όλη η ομοιοπαθητική βασίζεται στη διαπίστωση αυτής της συστοιχίας. Το γιατί συμβαίνει αυτό, γιατί δηλαδή υφίσταται κάτι σαν «προεδραιωμένη αρμονία» ανάμεσα στις δυνατές μορφές ανθρώπινης νόσησης και στις ιδιότητες (ή συχνότητες) που εκδηλώνουν οι φυσικές ουσίες, είναι ένα πολύ ενδιαφέρον ερώτημα αλλά δεν επιδέχεται εμπειρική απάντηση. Είναι ίσως το κοσμικό αίνιγμα, που προορίζεται να παραμείνει τέτοιο… Για τον θεραπευτή αρκεί η βεβαίωση ότι έτσι συμβαίνει. Φιλοσοφικά σκεπτόμενοι, θα μπορούσαμε να υποθέσουμε έναν θεμελιώδη μιμητικό δεσμό που συνέχει μεταξύ τους όλες τις μορφές τού φυσικού σύμπαντος, όπου τα πρότυπα της μίας επανευρίσκονται διαρκώς σε πολλές παραλλαγές μέσα στη δομή τής άλλης, από τους σχηματισμούς των κρυστάλλων μέχρι τα ίδια τα λογικά μας σχήματα – και αυτό δεν είναι καινούργια παρατήρηση, επαληθεύεται σε πολλά επίπεδα του επιστητού…8 Ας πούμε για την ώρα ότι μαρτυρεί των απώτατη ενότητα ενός κόσμου ο οποίος έχει τα χαρακτηριστικά ζωντανού και αυτοαναπτυσσόμενου οργανισμού από ένα κοινό σπέρμα.

Η δεύτερη «ανακάλυψη» έρχεται από το ίδιο το πεδίο τής ιατρικής, και δεν είναι άλλη από την αυξανόμενη επίγνωση του ρόλου τού ανοσοποιητικού συστήματος στη διατήρηση της ομοιόστασης του οργανισμού, η οποία ταυτίζεται με ό,τι κοινώς λέμε «υγεία». Ένας γιατρός με γνήσια φιλοσοφική ματιά είχε αντιληφθεί και υποδείξει νωρίς το πρόβλημα απέναντι στο οποίο ήταν τυφλή, αυτοσυγχαιρόμενη ακόμα για τις πρόσφατες «νίκες» της, η μικροβιολογία:

Εξαιρετικά τοξικοί παθογόνοι οργανισμοί είναι συχνά παρόντες στους ιστούς φυσιολογικών ατόμων, τα οποία δεν εμφανίζουν ούτε ενδείξεις ούτε συμπτώματα ή αρρώστια. Σήμερα, το πιο αινιγματικό ερώτημα της ιατρικής μικροβιολογίας είναι […] «γιατί παθογόνοι οργανισμοί τόσο συχνά δεν καταφέρνουν να προξενήσουν ασθένεια αφότου έχουν εγκατασταθεί στους ιστούς;» Αρκετά περιέργως, το ερώτημα αυτό σπάνια τίθεται, και ακόμη σπανιότερα υποβάλλεται σε πειραματική ανάλυση […] Η οικολογία των μικροβιακών ασθενειών τελεί υπό την επιρροή παραγόντων, τόσο γενικών όσο και ειδικών, που είναι ανεξάρτητοι από εκείνους οι οποίοι ελέγχουν τη συχνότητα των επαφών με μολυσματικούς παράγοντες.9

Ήδη νωρίτερα, στη δεκαετία τού ’40 και μέσ’ από τις δικές του μοναχικές έρευνες, ο Βίλχελμ Ράιχ αναρωτιόταν:

Το γεγονός ότι υπάρχουν παθογόνοι οργανισμοί στον λαιμό που είναι βλαβεροί μόνο ορισμένες στιγμές και για ορισμένους ανθρώπους είναι κάτι εκπληκτικό, και δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο από την «προδιάθεση» ή τη «λανθάνουσα τοξικότητα», επειδή αυτά είναι μόνο λόγια. Το κεντρικό ζήτημα  είναι να αποδείξουμε τί ακριβώς συμβαίνει μέσα στον οργανισμό που δίνει τη δυνατότητα στους μικροοργανισμούς να επιδράσουν σε ορισμένες στιγμές και όχι σε άλλες […] Οι βάκιλοι που προκαλούν χολέρα ή βουβωνική πανώλη [υποτίθεται ότι] τριγυρνούν στον αέρα συνέχεια, αλλά δεν εμφανίζονται κάτω από κανονικές συνθήκες υγιεινής. Από τον αέρα, εισχωρούν μέσα μας προκαλώντας επιδημίες —στις οποίες χάνονται εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπινες ζωές— σε περιπτώσει πολέμου ή σ’ εκείνες τις πυκνοκατοικημένες περιοχές όπου τα μέτρα υγιεινής και οι συνθήκες διαβίωσης είναι άθλια. Πρέπει άραγε να πιστέψουμε ότι δεν παίζει κανένα ρόλο σε αυτές τις επιδημίες η βιοενεργειακή κατάσταση των ανθρώπων που εκτίθενται στις χρονίως άθλιες συνθήκες ή στη φρίκη μιας εκτεταμένης κατάστασης πολέμου; Είναι πραγματικά δυνατό να πέφτουν όλες οι ευθύνες στους βακίλους και καμία στους ζωντανούς οργανισμούς στους οποίους αυτοί ικανοποιούν τις ολέθριες διαθέσεις τους; Ποιος λόγος υπάρχει ν’ αποδίδουμε τόση πολλή σημασία στο βακτήριο, και τόση λίγη στον ανθρώπινο οργανισμό; […] Χωρίς να θέλω να δώσω μιαν απάντηση σε όλα τα ερωτήματα που δημιουργήθηκαν, θα ήθελα μολαταύτα  να τονίσω ότι η βιοπαθητική κατάσταση των θυμάτων τής χολέρας ή της βουβωνικής πανώλης αξίζει πολλή περισσότερη προσοχή απ’ ό,τι το σχετικό βακτήριο, που για την προέλευσή του τίποτα δεν είναι καθαρό ακόμη και σήμερα.10

Επίσης, από τη δεκαετία τού ’50 είχε αρχίσει να γίνεται αντιληπτό ότι ένα μεγάλος αριθμός ασθενειών συνδεόταν όχι τόσο με την καταστροφή ενός ζωτικού οργάνου ή με ανεπανόρθωτες βλάβες μιας σειράς κυττάρων αλλά με την απορρύθμιση τής ισορροπίας τού εσωτερικού περιβάλλοντος του οργανισμού, του οποίου η σταθερή σύνθεση είναι απολύτως απαραίτητη για τη ζωή (από τη συνειδητοποίηση αυτή γεννήθηκαν άλλωστε οι λεγόμενες «μονάδες εντατικής υποστήριξης»11)· και το εν λόγω περιβάλλον ρυθμίζεται από αναρίθμητες και ασύλληπτα πολύπλοκες διεργασίες, τον θαυμαστό συντονισμό των οποίων σκεπτόμαστε πλέον με τη βοήθεια των λογικών μοντέλων τής κυβερνητικής για τα αυτορρυθμιζόμενα συστήματα. Τελικώς, η έρευνα γύρω από τις μεταμοσχεύσεις —ακριβέστερα: αυτού το οποίο ανθίσταται στις μεταμοσχεύσεις— δημιούργησε έναν ολόκληρο νέο κλάδο, την ανοσολογία, και σήμερα έχει γίνει κοινός τόπος ότι η αλληλοσύνδεση ανοσοποιητικού-νευρικού-ορμονικού συστήματος συνιστά κατά κάποιον τρόπο τον ζωτικό «εγκέφαλο» του οργανισμού. Αυτή η ευφυής αντίδραση του ζωντανού, η εκτέλεση ενός ασύλληπτα μεγάλου αριθμού υπολογισμών και συντονισμένων δράσεων, η ικανότητά του να συνδιαλέγεται με το εξωτερικό περιβάλλον και να απαντά με τον προσφορότερο κατά περίπτωση τρόπο, υποβάλλουν κυριολεκτικά μια ιδέα υποκειμενικότητας κρυμμένη στην καρδιά τής ζωής: μήπως η παλιά και δυσφημισμένη έννοια της «ζωτικής δύναμης» μας επιτρέπει να εννοήσουμε αυτή τη λειτουργία πολύ παραστατικότερα από ό,τι το πιο εκλεπτυσμένο μηχανικό μοντέλο που μπορούμε να φανταστούμε;

Η κατανόηση αυτή μας φέρνει αντιμέτωπους με την κρισιμότερη εναλλαγή οπτικών στη θεραπεία: ζητάμε να καταπολεμήσουμε εξωτερικούς νοσογόνους παράγοντες ή να ενισχύσουμε την ανοσοποιητική δύναμη του οργανισμού; Και αν επιλέγουμε στη δεύτερη οπτική, μήπως υπάρχει ένας απλούστερος τρόπος γι’ αυτό από τον τερατώδη μηχανικό εξοπλισμό των μονάδων εντατικής υποστήριξης και τη δυσκολία τού εξωτερικού χειρισμού των αναρίθμητων παραμέτρων που απαιτούν – τρόπος ικανός στη μεγάλη πλειονότητα των περιπτώσεων να βοηθήσει τον οργανισμό να ανακτήσει την κλονισμένη του δύναμη και να φέρει μ’ επιτυχία εις πέρας το αυτοθεραπευτικό του έργο; Αυτή ακριβώς ήταν η επαγγελία τής ομοιοπαθητικής, και η δράση τού «ενεργειακού» φαρμάκου φάνηκε πως είχε τη δύναμη να το κάνει αυτό με έναν εντυπωσιακά εύστοχο και απλό τρόπο. Ο Βυθούλκας γράφει:

Οι […] αντιλήψεις τού Παστέρ έβρισκαν πλατιά αποδοχή επειδή ανταποκρίνονταν στην ανάγκη ενός χειροπιαστού νευτώνειου εννοιολογικού παραδείγματος. Οι θεωρίες τού Παστέρ και οι έρευνές του πάνω στη φύση των μικροβίων δημιούργησαν σε όλους την πεποίθηση ότι η αιτία τής ασθένειας είχε εξηγηθεί. Όμως η σύγχρονη επιστήμη τής μικροβιολογίας είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι προϋπόθεση έναρξης της διαδικασίας τής νόσου είναι όχι μόνο το μικρόβιο αλλά και η ιδιοσυστασιακή ευαισθησία. Παρ’ όλ’ αυτά, φαίνεται ότι οι σημερινοί γιατροί αρνούνται να δουν το γεγονός. Εξακολουθούν να αναζητούν νέα μικρόβια, βακτηρίδια, ιούς, κτλ. και κατόπιν να επινοούν ισχυρά φάρμακα για να τα σκοτώνουν […] Δυστυχώς, η νοσηρή εμμονή των ερευνητών να παραμένουν προσκολλημένοι στην εσφαλμένη αντίληψη περί μικροβίων και συγκεκριμένων νοσογόνων παραγόντων, παρά τα όλο και πιο απογοητευτικά αποτελέσματα, ιδιαίτερα στις χρόνιες ασθένειες, οδηγεί στην ανάπτυξη διαρκώς τοξικότερων φαρμάκων, που καταντούν να είναι αυτά τα ίδια σοβαρή απειλή για τη δημόσια υγεία. Είναι άλλωστε φανερό σε κάθε παρατηρητικό ασθενή σήμερα ότι βάση τής σύγχρονης θεραπευτικής δεν είναι καν η αναζήτηση ενός συγκεκριμένου νοσογόνου αιτίου. Η μεγάλη πλειονότητα των φαρμάκων που χορηγούνται για ασθένειες όπως η αρθρίτιδα, το άσθμα, η κολίτιδα, τα έλκη, οι καρδιακές παθήσεις, η επιληψία, το άγχος και η κατάθλιψη δεν προορίζονται να θεραπεύουν ούτε καν από τις προδιαγραφές τους. Δεν χτυπούν καθόλου την αιτία αλλά προσφέρουν μια μάλλον αμυδρή ελπίδα ανακούφισης, ακόμη κι αν παραβλέψουμε τον κίνδυνο των παρενεργειών. Αυτό και μόνο είναι μια ένδειξη της αδυναμίας τής σύγχρονης ιατρικής να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την ασθένεια […] Σκεφθείτε για μια στιγμή ποιο θα ήταν το ιδανικό θεραπευτικό σύστημα. Φυσικά, πρέπει να είναι αποτελεσματικό, αλλά η αποτελεσματικότητά του να συνοδεύεται από ελάχιστο ή —στην ιδεώδη περίπτωση— μηδενικό κίνδυνο για τον ασθενή. Η αποτελεσματικότητά του πρέπει να εκφράζεται όχι μόνο με την εξάλειψη των συμπτωμάτων αλλά με την ενίσχυση της κράσης και της ευεξίας τού ατόμου, με την αυξημένη ικανότητά του να ζει με τη μεγαλύτερη δυνατή πληρότητα.12

Αυτή η αντίληψη, που εστιάζει στον ρόλο τού υποβάθρου και στην ενίσχυση της ανοσοποιητικής δύναμης μάλλον παρά στην καταπολέμηση του νοσογόνου παράγοντα (αν και όταν υπάρχει πράγματι τέτοιος), είναι οπωσδήποτε μια φιλοσοφική (και κατά συνέπεια, πολιτική) επιλογή· από μια ορισμένη σκοπιά μπορεί να φαίνεται εξόχως μοντέρνα —βάσει παραδοχών που έχουν ανακύψει στο ίδιο το πλαίσιο της εξελιγμένης βιοϊατρικής, το ξαναλέω— αλλά την ίδια στιγμή, παραδόξως, βρίσκεται πολύ πιο κοντά στο πνεύμα τής ιπποκρατικής ιατρικής, η οποία ούτως ή άλλως αγνοούσε τη μικροβιακή αιτιολογία. Διαβάζουμε:

Οι ιπποκρατικοί γιατροί γνώριζαν βέβαια ότι η φθίση μπορεί να αποτελέσει κοινωνικό φαινόμενο που πλήττει ταυτόχρονα σημαντικό αριθμό ατόμων, αλλά δεν πίστευαν καθόλου στο ενδεχόμενο μόλυνσης από τον ένα στον άλλον. Για να ερμηνεύσει την ενδημική εμφάνιση της φθίσης, ο Ιπποκράτης επικαλείται την καταστροφική επιρροή διαφόρων οικολογικών παραγόντων και, πάνω απ’ όλα, του κλίματος. Εντούτοις, εφόσον οι κλιματικές συνθήκες ήταν ίδιες και απαράλλακτες για όλους τους κατοίκους τού ίδιου τόπου, όφειλε να δικαιολογήσει θεωρητικά την εμπειρική γνώση ότι τελικά νοσεί μόνο ένα μέρος των ατόμων που εκτίθενται σε νοσηρούς παράγοντες. Η εξήγηση που παρέχει ο Ιπποκράτης είναι απλή, επιδέξια και θεμελιωμένη σε ακριβείς κλινικές παρατηρήσεις: η ασθένεια προκύπτει όταν ένα σύνολο εξωτερικών παραγόντων (μετεωρολογικές συνθήκες, συνθήκες εδάφους, διαιτητικές συνήθειες, άσκηση, κτλ.) επιδράσει σε ειδικά προδιατεθειμένο άτομο, με τέτοια προσωπική ιδιοσυστασία που το κάνει να αντιδρά παθολογικά σε κάποιες μεταβολές τού περιβάλλοντος.13

Στο συμφραζόμενο αυτής της αντίληψης, που προσμετρά την απόσταση της ομοιοπαθητικής από την επικρατούσα ιατρική στις κοινωνίες μας, ενώ ταυτόχρονα τη συνδέει σε έναν παράδοξο χρονικό κύκλο με παραδοσιακές και αρχαίες θεραπευτικές που την πρακτική τους σοφία η τελευταία απέκλεισε, ελπίζω πώς έχει αρθεί ένα μέρος από το «μυστήριο» του ομοιοπαθητικού φαρμάκου κι έχει αναδυθεί η βαθύτερη λογική τής χρήσης του. Για να ξαναδώσω τον λόγο στον Βυθούλκα:

Σκοπός μας όταν δίνουμε ένα ομοιοπαθητικό φάρμακο είναι να διεγείρουμε τον αμυντικό μηχανισμό του ασθενούς με τέτοιον τρόπο ώστε τελικά να μπορέσει να θεραπεύσει την αρρώστια από την οποία έχει «στραγγαλιστεί» […] Η ομοιοπαθητική επιδείνωση μπορεί να θεωρηθεί ως μια «ενθάρρυνση» του οργανισμού από το ενδεικνυόμενο φάρμακο να «παλέψει» και να φέρει στην επιφάνεια βαθιά ριζωμένες διαταραχές ή τάσεις οι οποίες τον πίεζαν προηγουμένως. Για να απελευθερωθεί τελείως ένας οργανισμός, πρέπει να εκφράζεται απόλυτα και να δημιουργεί […] Εάν η έκφρασή του είναι αναχαιτισμένη, καταπιεσμένη, τείνει να είναι κρυφή ή μπλοκαρισμένη, τότε έχουμε ένα άρρωστο άτομο. Γι’ αυτό, στη διάρκεια της ομοιοπαθητικής συνέντευξης, ο γιατρός πρέπει σε κάποιο βαθμό να φέρει προς τα έξω αυτή την «εσωτερική» έκφραση του αμυντικού μηχανισμού ώστε να μπορέσει ν’ ανακαλύψει το ακριβές φάρμακο γι’ αυτόν τον ασθενή. Το φάρμακο τότε προκαλεί διέγερση του αμυντικού μηχανισμού, η οποία δημιουργεί για λίγο όξυνση των συμπτωμάτων, που είναι και η μόνη αισθητή σε μας εκδήλωση της δράσης του […] Ο αμυντικός μηχανισμός υπακούει πάντα στη θεμελιώδη αρχή τής κυβερνητικής, η οποία λέει ότι κάθε υψηλά οργανωμένο σύστημα θα αντιδράσει σε οιονδήποτε κλονισμό με την καλύτερη δυνατή απάντηση σε κάθε δεδομένη στιγμή.14

Με τον ίδιο τρόπο έχει αποσαφηνιστεί, πιστεύω, η έννοια της ενεργειακής θεραπευτικής (την οποία η ομοιοπαθητική μοιράζεται με τον βελονισμό, όπως θα δούμε) και η έννοια του εκφραστικού μοντέλου θεραπείας (την οποία μοιράζεται με την ψυχανάλυση, όπως είδαμε). Σε ό,τι αφορά ειδικώς τη δράση τού ομοιοπαθητικού φαρμάκου θα ήθελα πάντως να τονίσω και πάλι πως όσα ειπώθηκαν παραπάνω είναι επίσης μια δυνατή ερμηνεία – ερμηνεία που επιτρέπει μεν να κατανοήσουμε την ομοιοπαθητική με όρους ενός διευρυμένου παραδείγματος επιστημονικής ορθολογικότητας αποτρέποντας έτσι την προδικαστική απαξίωσή της ως «μαγείας» και «ανορθολογισμού», αλλά έχοντας πάντα κατά νου να μη διαιωνίσουμε το σφάλμα τού επιστημονικού αναγωγισμού: να ταυτίζουμε την εξήγηση της πραγματικότητας με την ίδια την πραγματικότητα.

Το δεύτερο και κρισιμότερο πράγμα που πρέπει ν’ αποσαφηνιστεί εάν θέλουμε να καταλάβουμε την ομοιοπαθητική —κι εκείνο που δικαιολογεί τον χαρακτηρισμό της ως ολιστικής με την ακριβή σημασία τού όρου— είναι το θεωρητικό της μοντέλο για τη φύση τής διαταραχής και για την πορεία τής αρρώστιας-θεραπείας. Αν μου επιτρέπεται να προσφύγω σε μια φιλοσοφική αντιστοιχία, η παράδοση αυτή εξαρχής αγνοούσε τον καρτεσιανό διαχωρισμό και συμμεριζόταν μια ενιαία οπτική τού οργανισμού ως σωματοψυχικής οντότητας· όχι όμως με όρους ενός μηχανιστικού υλισμού (έστω και βιοκυβερνητικά αναβαθμισμένου) που ανάγει τις ψυχοδιανοητικές λειτουργίες στις φυσικοχημικές προϋποθέσεις τους αλλά με βάση ένα σπινοζικό μοντέλο παραλληλίας: αναγνωρίζοντας ποιοτικώς διαφορετικά επίπεδα οργάνωσης και έκφρασης («κατηγορήματα» στη σπινοζική ορολογία) μη αναγόμενα το ένα στο άλλο όπου το καθένα απαιτεί δικές του μεθόδους κατανόησης και περιγραφής, αλλά καταστατικά αρθρωμένα μεταξύ τους ως εκφράσεις της ίδιας ολότητας (ή substantia, «υπόστασης» στη σπινοζική ορολογία), με την έννοια ότι κάθε πάθηση (affectio) της ολότητας μεταφράζεται ταυτόχρονα σε καθένα από τα εν λόγω επίπεδα με τους ιδιάζοντες όρους έκφρασης που του αντιστοιχούν. Δεν υφίσταται απευθείας πρόσβαση στην ολότητα ειμή δια των κατηγορημάτων της. Η ολότητα εν προκειμένω νοείται ως ιδιοσυχνότητα ενός ηλεκτρομαγνητικού πεδίου που συνιστά την «ταυτότητα» του οργανισμού, η οποία δεν είναι αισθητηριακώς προσιτή παρά μέσω των αποτελεσμάτων τής δράσης τού ανοσοποιητικού του μηχανισμού, «εκφραζόμενων» σε τρία διακριτά επίπεδα: ό,τι λέμε σωματικό, συγκινησιακό και διανοητικό, μέσω της φαινομενολογίας (νοούμενης πάντα ως αυτοπαρουσίασης) που το καθένα μάς προσφέρει· και ό,τι συμβαίνει στην ολότητα, εκπλέκεται σε συμπτώματα αντίστοιχα και παράλληλα σε καθένα από τα τρία αυτά επίπεδα. Το ομοιοπαθητικό φάρμακο είναι ένα ηλεκτρομαγνητικό πεδίο επίσης, που μέσω της συστοιχίας των εκδηλώσεών του με τις εκφράσεις τού οργανισμού στην παρούσα του κατάστασή του θεωρείται πως συντονίζεται με την ιδιοσυχνότητά του και την διεγείρει θεραπευτικά – πράγμα που πιστοποιείται και πάλι μέσ’ από τη μεταβολή των εκφράσεών της στα τρία επίπεδα.

Ένα τόσο λεπτό και περίπλοκο μοντέλο απαιτεί ένα ενοποιημένο κριτήριο αποτίμησης των συμπτωμάτων και των τροπικοτήτων τους. Για να το συνοψίσω με όσο πιο απλό τρόπο μπορώ, οι ομοιοπαθητικοί ιεραρχούν τις παθήσεις τού οργανισμού αναλόγως τού πόσο κεντρικές ή περιφερειακές λειτουργίες του μπορούν να βλάψουν – λειτουργίες που έχουν σχέση με την αυτοοργάνωση και τον έλεγχό του (διανοητικό επίπεδο), με την ικανότητα για απόλαυση και δημιουργία (συγκινησιακό επίπεδο), με τη λειτουργική ανταπόκρισή του στις απαιτήσεις τις ζωής (σωματικό επίπεδο). Με αυτή την έννοια, ένας κλονισμός που έχει το κέντρο βάρους στο διανοητικό επίπεδο θεωρείται σοβαρότερος από έναν κλονισμό που έχει το κέντρο βάρους στο συγκινησιακό επίπεδο (το ξέρουν εμπειρικά όλοι οι ψυχίατροι), κι ένας κλονισμός που έχει το κέντρο βάρους στο συγκινησιακό επίπεδο θεωρείται σοβαρότερος από έναν κλονισμό που έχει το κέντρο βάρους στο σωματικό επίπεδο (κάτι που συνήθως δεν θέλουν να ξέρουν οι γιατροί)· σε κάθε συγκεκριμένο επίπεδο, επίσης, υπάρχει μια ιεράρχηση των λειτουργιών αναλόγως τής μεγαλύτερης ή μικρότερης δυσλειτουργίας που συνεπάγεται για το ίδιο αυτό επίπεδο: για παράδειγμα, στο σωματικό επίπεδο, μία βλάβη στον εγκέφαλο θεωρείται σοβαρότερη από μια βλάβη στην καρδιά, μία βλάβη στην καρδιά σοβαρότερη από μια βλάβη στα νεφρά, μία βλάβη στα νεφρά σοβαρότερη από μια βλάβη στον δερματικό ιστό, κ.ο.κ.  Η αποτίμηση της βαρύτητας στον συνδυασμό των επιπέδων (διότι, ανεξαρτήτως τού κέντρου βάρους, κάθε παθολογία έχει ανταποκρίσεις σε όλα τα επίπεδα) κάνει αφάνταστα πιο πολύπλοκο το μοντέλο —η περιγραφή μου εδώ είναι σκοπίμως απλουστευμένη— και απαιτεί όχι μόνο την οξυδερκή κρίση τού θεραπευτή αλλά και όλη τη συσσωρευμένη πείρα τής ομοιοπαθητικής παράδοσης. Εν πάση περιπτώσει, το γενικό κριτήριο έχει κωδικοποιηθεί από τον πατέρα τής αμερικανικής ομοιοπαθητικής Constantine Hering (1800-1880) στον λεγόμενο «νόμο τού Χέρινγκ»: Η θεραπεία προχωρεί από πάνω προς τα κάτω, από μέσα προς τα έξω, από τα σπουδαιότερα όργανα προς τα λιγότερο σπουδαία και κατά την αντίθετα φορά εμφάνισης των συμπτωμάτων. Όσο η θεραπεία προχωρεί, σαν να λέμε, μειώνονται συμπτώματα μεγαλύτερης βαρύτητας κι εμφανίζονται συμπτώματα σε επίπεδα όλο και μικρότερης σημασίας για την ελεύθερη έκφραση του ατόμου σε μια ικανοποιητική και στο μέτρο τού δυνατού δημιουργική ζωή – αντίθετα ακριβώς από την πρόοδο της αρρώστιας.

Δεν χρειάζεται να τονίσω πόσους γρίφους τής κλασικής ιατρικής, ή και της μοντέρνας «ψυχοσωματικής», λύνει μια τέτοια ενοποιημένη προσέγγιση – αλλά και πόσες τραγικές θεραπευτικές παρανοήσεις διορθώνει… Για να πάρω ένα διόλου ασυνήθιστο παράδειγμα: εάν κάποιος εμφανίσει στη εφηβεία του μια δερματική πάθηση πιθανότατα θ’ απευθυνθεί σε έναν δερματολόγο, ο οποίος με μια κορτιζονούχα αλοιφή θα καταστείλει τα συμπτώματα της διαταραχής, πράγμα που με τη σειρά του θα εκληφθεί ως θεραπεία. Αν δέκα χρόνια αργότερα εμφανίσει άσθμα, αυτό θα θεωρηθεί προφανώς νέα αρρώστια, ο άνθρωπος θα επισκεφθεί έναν ειδικό γιατρό, έναν πνευμονολόγο, και θα το «θεραπεύσει» με αντίστοιχη φαρμακευτική αγωγή (φαινοτερόλης ή τερβουαλίνης). Όταν στη μέση ηλι

Keywords
κοινωνια, ιατρικη, οικογενεια, αγγελοι, εν λόγω, ισχύ, διευκρίνιση, σημαίνει, νέα, οφείλεται, επιρροή, καιρος, συλληψεις, δραση, placebo, υφίσταται, βεβαίωση, εμφάνιση, μυστήριο, συγκεκριμένο, αποτελεσματα δημοτικων εκλογων 2010, εκλογες 2010 αποτελεσματα , αποτελεσματα περιφερειακων εκλογων, εκλογικα αποτελεσματα, μετρο, σκοπια, Καλή Χρονιά, οφειλετες δημοσιου, Τελετή Έναρξης, αξιολογηση, αποτελεσματα, φιλοσοφικη, χωρες της ευρωπης, ρεφλεξολογια, χωρες, γιογκα, γνωμη, γνωση, δουλεια, ινδια, ιπποκρατης, ιχνη, καταθλιψη, ομοιοπαθητικη, πλαισιο, υγεια, φυσικη, ωρα, placebo, αγχος, αγωγη, ασθμα, αρθριτιδα, αθροισμα, αινιγμα, αξιζει, αμερικη, ανθρωπος, απιστευτα, αρρωστια, ασθενειες, ατομο, βεβαίωση, βακτηριο, βελονισμος, βιβλιο, βυθουλκας, βοηθεια, βρισκεται, γεγονος, γινει, γινεται, γιατροι, γλωσσα, δευτερο, δυναμη, δυνατοτητα, δυστυχως, διευκρίνιση, δοθει, δομη, διπλο, εγινε, εδαφος, ευκολα, υπαρχει, εκφρασεις, εκφραση, ελπιδα, εμμονη, εν λόγω, εν μερει, εννοια, εμφάνιση, εξισωσεις, επιρροή, επιληψια, επρεπε, επιτυχια, ερευνα, ερευνες, ερχεται, ερχονται, ευφυης, τεχνη, ζωη, ζωης, ζωτικο, ιδεα, ιδια, ιδιο, υφίσταται, θεωρια της σχετικοτητας, θεωρητικο, θεωριες, θεωρια, ιδεολογια, ιστορικο, κινηση, κοιτιδα, κολιτιδα, λειτουργια, λογια, λογο, μακρια, μασαζ, ματια, μοντελα, μορφη, νεφρα, νοημα, παντα, ογδοο, οπωσδηποτε, ορος, ουσιαστικα, ουσια, ουσιες, οφείλεται, παθολογια, πεδιο, περιβαλλον, πηγαινε, ρηση, προβληματα, ραιχ, ρητορικη, ρολο, συγκεκριμένο, συζητηση, συνεχεια, συντομα, σειρα, σοφια, στομα, συχνοτητα, σχηματα, τι ειναι, τρια, συμπτωματα, ισχύ, φαρμακα, φυση, φυσικα, φορα, χαμογελο, χολερα, αγνωστο, βηματα, γνωσεις, ιατρικο, ιατρικα, ιδανικο, ιδιαιτερα, κλειστο, καρδια, μοιαζει, μυαλα, οργανα, σημαίνει, θελω να, υγειας, ξεκινησε
Τυχαία Θέματα