Βαριέμαι, βαριέμαι, βαριέμαι

Το τραγούδι του σημερινού τίτλου, σε μουσική Νίκι Γιάκοβλεφ και στίχους Πυθαγόρα, που ηχογράφησε πριν από 65 χρόνια η Μαίρη Λω και το έμαθαν οι νεότεροι πρόπερσι από μια διαφήμιση, το ζω τις τελευταίες μέρες σε όλο το καθησυχαστικό του μεγαλείο. Διότι, όσο και να ‘ναι, εκτός από βαρετό, είναι και καθησυχαστικό να αισθάνεσαι «στο ίδιο έργο θεατής», να βλέπεις το αναμενόμενο, το επαναλαμβανόμενο, να πλασάρεται ως καινούργιο και ευρηματικό. Ωστόσο, παρ’ όλα αυτά, εγώ βαριέμαι, βαριέμαι, βαριέμαι…

Βαριέμαι τις ιντερνετικές «έρευνες» και «αποφάνσεις», το μακρύ και το κοντό του καθενός δηλαδή. Παραδείγματος χάριν, για τους λαγοκέφαλους που όντως είναι επικίνδυνοι, αλλά δεν μπορεί παρά να υπάρχουν εδώ και κάποιες χιλιάδες χρόνια. Απλώς φέτος τους «ανακαλύψαμε». Και ξεκίνησε ένα τουρνουά απόψεων – από ανθρώπους που έχουν δει ωμό ψάρι μόνο στη βιτρίνα της ψαροταβέρνας – για την εξόντωσή τους.

Το ότι υπάρχουν στις θάλασσες «φυσικοί εξολοθρευτές» τους δεν περνάει από κανενός το μυαλό. Το ότι έγινε πιο αισθητή η παρουσία τους οφείλεται στην επέμβαση του ανθρώπου στη θάλασσα, ούτε. Και άντε, πες ότι μας ψιθύρισε η ΑΙ πως τον γόνο των λαγοκέφαλων τον τρώνε αμάσητο οι ζαργάνες και οι χελώνες καρέτα καρέτα. Θα το θυμηθούμε την επόμενη φορά που θα παραγγείλουμε ζαργάνα στην ταβέρνα; Γι’ αυτό βαριέμαι.

Βαριέμαι πια και τις μαζικές κινητοποιήσεις για τη διάσωση «μνημείων νεότερου πολιτισμού». Τελευταία γίνονται για τον κινηματογράφο Πάλας στο Παγκράτι και το καφενείο Μουριά στα Εξάρχεια. Το Πάλας είναι χωμένο σε ένα παντελώς αδιάφορο συγκρότημα κτιρίων που όταν χτίστηκε, πιθανόν κάποιοι να διαμαρτύρονταν πως χαλάει το φυσικό τοπίο. Τώρα, αν κάποιοι Παγκρατιώτες έχουν την απολύτως σεβαστή ανάγκη μιας «κιβωτού μνήμης», ας μείνει η ταμπέλα του. Οσο για τη Μουριά, γνωρίζω ότι ελάχιστοι καθημερινοί θαμώνες είχαν απομείνει πλέον. Εκτός τούτων, υπάρχουν και οι ιδιοκτήτες των ακινήτων και η «αλλαγή χρήσης» είναι απόλυτο δικαίωμά τους. Και τελικά βαριέμαι που κάποιοι επιμένουν να μην κατανοούν πώς η πολύτιμη νοσταλγία μπορεί να ενταχθεί στο παρόν χωρίς μουσειακούς όρους.

Βαριέμαι επίσης και τον ντόρο που έγινε με αφορμή το θέατρο που στήθηκε για έναν μήνα στο Ζάππειο, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Ολυμπίων. Ξεσηκώθηκε, σου λέει, η αστική Αθήνα, διότι καταργείται ένας δημόσιος χώρος περιπάτου και ύστερα από τη διαδικτυακή αντίδραση το φεστιβάλ ακυρώθηκε και το θέατρο ξηλώθηκε. Με όλο τον σεβασμό, κομμάτι ολιγάριθμη τη βρίσκω την ξεσηκωμένη αστική Αθήνα – διότι ελάχιστοι και στη συντριπτική τους πλειονότητα τουρίστες περιπατούν στο ερημωμένο τα τελευταία χρόνια Ζάππειο. Βαριέμαι και τις προφάσεις ότι δεν ταίριαζε αισθητικά με τον χώρο, ενώ οι σιδηροκατασκευές που στήνονται κάθε τόσο στο Καλλιμάρμαρο (του οποίου η αναστήλωση ξεκίνησε επίσης από τον μέγιστο Ευαγγέλη Ζάππα) ταιριάζουν απόλυτα αισθητικά με τον χώρο. Στο κάτω κάτω, για έναν μήνα ήταν και δεν υπήρχε ούτε καρφί μόνιμο. Αλλά αυτό που βαριέμαι ακόμη περισσότερο είναι πως θεωρούν ότι το ξήλωμα έγινε κατόπιν της διαδικτυακής πίεσης. Δηλαδή έχω βαρεθεί να μην αντιλαμβάνονται κάποιοι ότι μία, ας πούμε, ανιδιοτελής αντίδρασή τους μπορεί να χρησιμοποιηθεί από άλλους για εντελώς ιδιοτελείς λόγους. Εκτός και αν το αντιλαμβάνονται…

Η Μήδεια κι ο Πλούτο

Εν τω μεταξύ, κι αν έχω βρεθεί τις αυτοαναφορικές αναρτήσεις από παραστάσεις της Επιδαύρου. Ξαναέγινε αυτό το Σαββατοκύριακο με τη «Μήδεια». Αχ και να ήξεραν οι χρήστες των σόσιαλ τι αποκαλύπτουν. Φίλοι που αγαπάνε παιδιόθεν την όπερα και ήταν εκεί, δεν ανέβασαν ούτε μία φωτογραφία. Και καλά, άντε μία να την καταλάβω. Τα συνεχή ποσταρίσματα δείχνουν, καλέ μου άνθρωπε, ότι είναι η δεύτερη φορά που πας σε όπερα. Η πρώτη ήταν στους «Δαίμονες» με τη Βίσση.

Βαριέμαι και όλες αυτές τις κομματικές υποσχέσεις περί φορολόγησης του πλούτου. Θυμάμαι το 2012 κυκλοφορούσε στα γραφεία μας μια αφισέτα με την υπόσχεση του τότε αρχηγού του ΣΥΡΙΖΑ ότι θα φορολογήσει τον πλούτο. Και είχε φωτογραφία του Πλούτο του «Μίκυ Μάους». Αλλο που μετά τακίμιασε.

Keywords