Το τέλος της Μουριάς

Ο πεζογράφος μας Γιώργος Ιωάννου είχε κάνει ήδη στις αρχές του ’80 αναφορά στην τότε σταδιακή εξαφάνιση των διανυκτερευόντων καφενείων στα χρονογραφήματά του με τίτλο «Κοιτάσματα» (εφημερίδα «Πρωινή»). Στην κοινωνική λειτουργία που αυτά επιτελούσαν σε μια πόλη της απέραντης μοναξιάς μα και τότε ακόμη του κλειστού διαχωρισμού επαρχίας – πρωτεύουσας. Τη σημασία που είχαν για τους ξενύχτηδες, τους επισκέπτες επαρχιώτες, τους επαγγελματίες. Μιλάμε βέβαια και για μια άλλη συνθήκη χωρίς υποψία δικτυώσεων ή μεταβολής της Αθήνας και επέκτασής της προς το Λουτράκι. Το μήνυμα όμως ήταν ίδιο και σαφές.

Μέρος της κοινωνικής συνοχής στηρίζεται στη συνύπαρξη, τον κύκλο, τη σταθερή συνάντηση, την προφορικότητα. Θα τολμούσαμε να πούμε πως ακόμη και η γλώσσα ασκείται αλλιώς στην ενσώματη σχέση των ανθρώπων. Ολες αυτές οι πρώτες σκέψεις και παραπομπές γίνονται με αφορμή το κλείσιμο της Μουριάς στη γωνία Καλλιδρομίου και Χαριλάου Τρικούπη της Νεάπολης Εξαρχείων.

Παλιό καφενείο που έπειτα από 111 χρόνια συνεχούς παρουσίας, έβαλε λουκέτο το Σάββατο το βράδυ ύστερα από ένα πολύωρο γλέντι των θαμώνων του και των κατοίκων της περιοχής. Το κλείσιμο απασχόλησε ακόμη και την «Guardian» που μίλησε για «εξευγενισμό» της περιοχής. Η στήλη αντιλαμβάνεται πώς το εννοεί η μεγάλη βρετανική εφημερίδα, αλλά για φανταστείτε ότι φτάσαμε να περιγράφουμε ως εξευγενισμό την απόλυτη τουριστικοποίηση ή αλλαγή χρήσης των οικημάτων προς μια μόνον κατεύθυνση και δη την εστίαση ή τη γαστρονομία!

Η Μουριά συνδέθηκε με την περιοχή, αλλά και με τη λαϊκή αγορά του Σαββάτου όπου μαζί αποτελούσαν μια καλή αφορμή για συναντήσεις, διαδράσεις και ζυμώσεις. Σημείο αναφοράς για παλιούς και νέους περίοικους. Οχι τυχαία εδώ και καιρό χιλιάδες υπέγραψαν ένα κείμενο έκκλησης να λάβει στοιχεία πολιτιστικής κληρονομιάς το οίκημα. Να διαφυλαχθεί η κοινωνική χρήση του τέλος πάντων. Τίποτε, τζίφος. Και η περιοχή αλλάζει και οι χρήσεις των ακινήτων. Η συζήτηση βέβαια για το όλο θέμα πήρε πολλές τροπές.

Πώς να αντέξει ένα καφενείο αν δεν έχει ζήτηση ως χώρος; Το επιχείρημα καταρρίφθηκε γρήγορα αφού και κόσμο είχε η Μουριά και δημογραφικά ο κόσμος αυτός είχε ανανεωθεί – ρωτήστε τον επί 44 χρόνια υπεύθυνο του καφενείου Χρήστο Βάνα. Αλλη πάλι κουβέντα απλώς στόχευσε στη νέα εικόνα των Εξαρχείων που σταδιακά χάνουν τον ρόλο τους ή τη θέση τους ως μια γειτονιά ιδεών, βιβλιοπωλείων, αντιπαραθέσεων, φοιτητών, πολιτικών χώρων και μετατρέπονται σε συνεχές εστίασης και διαμονής. Κοινό μυστικό πως μια νεότερη γενιά αναζητά στέγη στην Κυψέλη και πολλοί κόμβοι συνάντησης έχουν πάει εκεί.

Πένθιμον λοιπόν άσμα για ένα από τα πιο παλιά καφενεία του κέντρου. Ενα άτυπο μικρό πολιτικό κοινοβούλιο με φωνές και γέλια τα πρωινά. Και πού πάνε άραγε τα τοπόσημα μιας πόλης όταν φεύγουν; Τα παίρνουν μαζί τους οι άνθρωποι με τις μνήμες τους. Μα και αυτά από ανθρώπους φτιάχνονται και εκείνοι τα ξαναστήνουν. Μέχρι τελικής πτώσης ή τελικής μοναξιάς.

Keywords