Το κλίμα δεν σταματά στα σύνορα

Η κλιματική αλλαγή μεταβάλλει ήδη τη γεωγραφία της ανθρώπινης ζωής. Περιοχές γίνονται θερμότερες, οι περίοδοι ξηρασίας μεγαλύτερες, οι πλημμύρες συχνότερες ή καταστροφικότερες, η στάθμη της θάλασσας ανεβαίνει και η πρόσβαση σε νερό, καλλιεργήσιμη γη και ασφαλή κατοικία γίνεται σε ορισμένα μέρη δυσκολότερη. Οι συνέπειες αυτές δεν περιορίζονται στο φυσικό περιβάλλον. Μετατρέπονται σε απώλεια εισοδήματος, επισιτιστική ανασφάλεια, πίεση στις πόλεις και στις υποδομές και, τελικά, σε ένα βαθύτερο πολιτικό ερώτημα: ποιος μπορεί να προσαρμοστεί σε έναν κόσμο που θερμαίνεται και με ποιους όρους;

Η ανθρώπινη κινητικότητα αποτελεί μέρος αυτής της ερώτησης. Ομως η σχέση ανάμεσα στο κλίμα και τη μετανάστευση είναι πολύ πιο σύνθετη από την εικόνα που συχνά κυριαρχεί στον δημόσιο διάλογο. Δεν υπάρχει ένας μηχανισμός μέσω του οποίου η αύξηση της θερμοκρασίας παράγει αυτομάτως περισσότερους διεθνείς μετανάστες. Ούτε υπάρχει μια σαφώς οριοθετημένη κοινωνική κατηγορία ανθρώπων που εγκαταλείπουν τον τόπο τους αποκλειστικά «εξαιτίας του κλίματος».

Η έρευνα έχει απομακρυνθεί σημαντικά από τέτοιες περιβαλλοντικά ντετερμινιστικές ερμηνείες. Η Διακυβερνητική Επιτροπή για την Κλιματική Αλλαγή (IPCC) διακρίνει διαφορετικές εκβάσεις της σχέσης κλίματος και κινητικότητας: μετανάστευση ως στρατηγική προσαρμογής, αναγκαστικό εκτοπισμό, σχεδιασμένη μετεγκατάσταση και ακινησία ανθρώπων που είτε δεν μπορούν είτε δεν επιθυμούν να φύγουν. Η ίδια κλιματική πίεση μπορεί, ανάλογα με το εισόδημα, τους θεσμούς, την κοινωνική θέση και τις διαθέσιμες επιλογές, να οδηγήσει σε εντελώς διαφορετικές συμπεριφορές.

Αυτό είναι ίσως το βασικό σημείο εκκίνησης: η κλιματική κρίση δεν δημιουργεί απλώς περισσότερη μετανάστευση. Αναδιαμορφώνει την άνιση δυνατότητα των ανθρώπων να παραμείνουν, να φύγουν ή να επιλέξουν ανάμεσα στα δύο.

Η φράση «κλιματικός πρόσφυγας» είναι πολιτικά και επικοινωνιακά ισχυρή επειδή προσφέρει μια καθαρή σχέση αιτίου και αποτελέσματος. Ενα περιβαλλοντικό γεγονός καθιστά έναν τόπο μη βιώσιμο και ο άνθρωπος αναζητεί ασφάλεια αλλού.

Η πραγματικότητα είναι συνήθως διαφορετική. Ενας αγρότης που βλέπει επί σειρά ετών την παραγωγή του να μειώνεται λόγω ξηρασίας μπορεί να χάσει σταδιακά το εισόδημά του. Ενα μέλος της οικογένειάς του μετακινείται στην κοντινότερη πόλη για εργασία. Αργότερα, μπορεί να αναζητήσει καλύτερες ευκαιρίες σε άλλη περιοχή ή χώρα. Τι προκάλεσε τη μετακίνησή του; Η ξηρασία; Η ανεργία; Η διαφορά μισθών; Η έλλειψη κοινωνικής προστασίας; Τα οικογενειακά δίκτυα που είχαν ήδη δημιουργηθεί αλλού;

Συνήθως, η απάντηση βρίσκεται στον συνδυασμό τους.

Δεν έχουν, άλλωστε, όλες οι κλιματικές πιέσεις την ίδια επίδραση στην κινητικότητα. Τα αιφνίδια φαινόμενα, όπως ένας κυκλώνας, μια μεγάλη πλημμύρα ή μια πυρκαγιά, μπορούν να προκαλέσουν άμεσο και μαζικό εκτοπισμό, συχνά σε σχετικά μικρές αποστάσεις και με την προοπτική επιστροφής. Οι βραδέως εξελισσόμενες μεταβολές λειτουργούν διαφορετικά. Η άνοδος της στάθμης της θάλασσας, η υφαλμύρωση, η παρατεταμένη ξηρασία ή η σταδιακή απώλεια γεωργικού εισοδήματος επηρεάζουν τις αποφάσεις σε βάθος χρόνου και συχνά μέσω οικονομικών μηχανισμών. Ετσι, μια μετακίνηση μπορεί να εμφανίζεται τελικά ως «οικονομική», παρότι η περιβαλλοντική μεταβολή αποτελεί σημαντικό μέρος της ιστορίας της. Η διάκριση εξηγεί γιατί η κλιματική κινητικότητα δεν είναι ένα ενιαίο φαινόμενο, αλλά περιλαμβάνει από προσωρινό εκτοπισμό μέχρι σταδιακή, μόνιμη μετανάστευση.

(…) Ο όρος «κλιματικός πρόσφυγας» είναι αναλυτικά ανεπαρκής και νομικά ασαφής. Δεν αποτελεί αναγνωρισμένη κατηγορία του διεθνούς προσφυγικού δικαίου. Η Υπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ προτιμά να αντιμετωπίζει την κλιματική αλλαγή ως παράγοντα που αλληλεπιδρά με τη φτώχεια, την απώλεια βιοπορισμού, τη βία και τις συγκρούσεις.

Η Βασιλική Τσαγκρώνη είναι επίκουρη καθηγήτρια Συγκριτικής Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο του Λέιντεν. Το κείμενο αυτό είναι απόσπασμα άρθρου της που δημοσιεύεται στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού «Int.» (www.tanea.gr)

Keywords