Θρησκεία και φιλοσοφία

Λίγα ερωτήματα έχουν απασχολήσει τη φιλοσοφία περισσότερο από αυτό του Θεού. Ακόμη και όταν η θεολογία διεκδίκησε να έχει τον πρώτο λόγο, η φιλοσοφία συνέχισε να τα διερευνά. Και παρότι ένα μεγάλο μέρος της μεσαιωνικής αλλά και νεότερης φιλοσοφίας γράφτηκε σε περιόδους όπου ήταν μάλλον επικίνδυνο η φιλοσοφία να αμφισβητεί πλευρές του χριστιανικού δόγματος, εντούτοις η ένταση ως προς την ενσωμάτωση του θείου στοιχείου στην προσπάθεια οικοδόμησης μιας εκδοχής ορθού λόγου, ιδίως εκεί όπου πλέον η επιστήμη είχε αρχίσει επίσης να διεκδικεί την ανεξαρτησία της, ήταν παραπάνω από εμφανής.

Αυτό εξηγεί γιατί έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να μελετήσουμε αυτή τη σύνθετη διαδρομή μέσα στην οποία ο φιλοσοφικός λόγος προσπάθησε να στοχαστεί την ιδέα του Θεού, συμπεριλαμβανομένων όλων των συζητήσεων για το ποια θα ήταν μια επαρκής απόδειξη της ύπαρξης του Θεού. Ενας οδηγός για τη διερεύνηση αυτών των ερωτημάτων είναι το βιβλίο του Ετιέν Ζιλσόν, «Θεός και φιλοσοφία», που κυκλοφόρησε φέτος από τις εκδόσεις Πλήθος σε μετάφραση του Μιχαήλ Κουλούρα και επίμετρο του Σταύρου Ζουμπουλάκη. Φιλόσοφος, ιστορικός της φιλοσοφίας και πιστός καθολικός ο Ζιλσόν παρουσιάζει σε αυτές τις διαλέξεις, που εκφωνήθηκαν στην Αμερική και εκδόθηκαν για πρώτη φορά το 1941, τους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους η φιλοσοφία αναμετρήθηκε με το ερώτημα για τον Θεό, ξεκινώντας από την αρχαία ελληνική φιλοσοφία.

Ξεκινώντας από τους προσωκρατικούς, επισημαίνει ότι για αυτούς η λέξη «θεός» αντιπροσωπεύει μια «αιτία που είναι κάτι παραπάνω από ένα απλό πράγμα». Αντίστοιχα στον Πλάτωνα δύσκολα μπορούμε να βρούμε μια έννοια του θεού ως απόλυτης αρχής, όσο και εάν ο ορισμός της ιδέας του Αγαθού ομοιάζει με τον ορισμό του χριστιανικού Θεού, ο Πλάτων ποτέ δεν υποστήριξε ότι η ιδέα του Αγαθού είναι θεός. Ως αποτέλεσμα «μια πλατωνική Ιδέα μπορεί να είναι πιο θεϊκή από έναν θεό και όμως να μην είναι θεός».

«Ο Ων» και «το ον»

Για τον Ζιλσόν στον Αριστοτέλη βρίσκουμε για πρώτη φορά τη «συνάντηση της φιλοσοφικής πρώτης αρχής με την έννοια του θεού. Το πρώτο κινούν του αριστοτελικού σύμπαντος είναι επίσης ο απόλυτος θεός του». Από εδώ προκύπτει και ο τρόπος που στους Στωικούς εν τέλει ο θεός είναι περισσότερο μια έμφυτη ουσία και νόμος σε όλα τα πράγματα. Διαβάζοντας τον Μάρκο Αυρήλιο, ο Ζιλσόν επισημαίνει ότι τα λόγια του «σηματοδοτούν την αποτυχία των Ελλήνων να οικοδομήσουν μια καθολική φιλοσοφική ερμηνεία του κόσμου χωρίς ταυτόχρονα να χάσουν τη θρησκεία τους».

Αντιθέτως, ενώ η προσπάθεια για μια φιλοσοφική ερμηνεία του κόσμου καθιστούσε αναπάντητο το ερώτημα για το ποια θέση έχουν οι θεοί εντός της, «οι Εβραίοι είχαν βρει τον θεό ο οποίος θα έδινε στη φιλοσοφία μια απάντηση στο ίδιο της το ερώτημα», ένας Θεός που με τη διάδοση του Ευαγγελίου έγινε «Θεός όλων των ανθρώπων». Η κρίσιμη μετάβαση είναι ακριβώς ότι ο Θεός ορίζεται ως «ο ΩΝ»: «Αν ο Θεός είναι “ο Ων”, τότε είναι και “το ον”, καθώς το να είσαι κάποιος σημαίνει ότι είσαι και κάτι. Το αντίθετο, όμως, δεν ισχύει, καθώς το να είσαι κάποιος είναι πολύ μεγαλύτερο από το να είσαι κάτι».

Για τον Ζιλσόν η πρώτη «καθοριστική συνάντηση μεταξύ ελληνικής φιλοσοφικής υπόθεσης και χριστιανικής θρησκευτικής πεποίθησης» έγινε όταν ο ήδη χριστιανός Αυγουστίνος αρχίζει να διαβάζει τους νεοπλατωνικούς και βλέπει στις κομβικές έννοιες του Πλωτίνου τον χριστιανικό θεό, παραβλέποντας ότι ο κόσμος του Πλωτίνου είναι ξένος προς τον χριστιανικό, πρωτίστως γιατί σε αυτόν «ο Θεός δεν είναι ούτε η ύψιστη πραγματικότητα ούτε η απόλυτη αρχή της νόησης». Αντιθέτως, σε μια χριστιανική μεταφυσική ο Θεός είναι μια «καθαρή πράξη Υπαρξης». Ομως, στον Αυγουστίνο η αναφορά σε μια αρχαία ελληνική φιλοσοφική μεταφυσική γεννά μια αντίφαση ανάμεσα στην παραδοχή ενός πραγματικά χριστιανικού Θεού και μια οντολογία στην οποία «ο άνθρωπος είχε εκ φύσεως δικαίωμα στην κατοχή της αλήθειας» ακριβώς επειδή για την πλατωνική και νεοπλατωνική οντολογία «οτιδήποτε ήταν άυλο, νοήσιμο και αληθές ήταν θεϊκό», θέση ασύμβατη με τη χριστιανική μεταφυσική ότι «ο άνθρωπος δεν ανήκει στην τάξη του θείου».

Ενας πολύ προφανής Θεός

Αντιθέτως, στον Ακινάτη έχουμε την κρίσιμη πρόοδο, ακριβώς υπό την επίδραση του Αριστοτέλη: «μια πραγματική μεταφυσική επανάσταση επετεύχθη όταν κάποιος ξεκίνησε να μεταφράζει όλα τα προβλήματα σχετικά με το είναι από τη γλώσσα των ουσιών στη γλώσσα των υπάρξεων». Και αυτό επιτρέπει την υπέρβαση των ορίων μιας προηγούμενης φιλοσοφικής μεταφυσικής κατά τον Ζιλσόν: «Το να υποθέσουμε ένα τέτοιο ον του οποίου ουσία είναι μια καθαρή Πράξη ύπαρξης, δηλαδή η ουσία του να μην είναι αυτό ή εκείνο, αλλά το “να είναι”, συνιστά ταυτόχρονα και υπόθεση του χριστιανικού Θεού ως ύψιστης αιτίας του σύμπαντος. Ενας βαθιά κρυμμένος Θεός, ο Ων είναι επίσης ένας πολύ προφανής Θεός».

Ομως, αυτό το αποφασιστικό βήμα προόδου κατά τον Ζιλσόν τίθεται σε κίνδυνο στη νεότερη φιλοσοφία, ξεκινώντας από τον Ντεκάρτ που «ήρθε μετά τους Ελληνες με την αφελή πεποίθηση ότι μπορούσε να λύσει μέσω της καθαρά ορθολογικής μεθόδου των Ελλήνων, όλα τα προβλήματα που είχαν στο μεταξύ ανακύψει από τη χριστιανική φυσική θεολογία». Και αυτό γιατί ο καρτεσιανός Θεός έπρεπε να δημιουργεί και διατηρεί τον μηχανικό κόσμο της επιστήμης όπως τον αντιλαμβανόταν ο Ντεκάρτ.

Ωστόσο η ανάπτυξη της επιστήμης δεν ακυρώνει ένα κρίσιμο ερώτημα που μας επιστρέφει στα ερωτήματα για τον Θεό. Και αυτό για τον Ζιλσόν δεν είναι άλλο από το ερώτημα γιατί οτιδήποτε υπάρχει: «Σε αυτό το υπέρτατο ερώτημα η μόνη δυνατή απάντηση είναι ότι κάθε επιμέρους υπαρξιακή ενέργεια, κάθε επιμέρους υπαρκτό πράγμα, εξαρτάται για την ύπαρξή του από μια καθαρή Πράξη ύπαρξης. Για να είναι η απόλυτη απάντηση σε όλα τα υπαρξιακά προβλήματα, αυτή η υπέρτατη αιτία πρέπει να είναι η απόλυτη ύπαρξη».

Keywords