Σταρ

Χαρακτηριστικό των λαϊκών σταρ είναι πως περνούν σε μαζικές ανομοιογενείς ομάδες κοινού. Και επιδρούν σε αυτές. Ο Γιώργος Μαζωνάκης ξεπήδησε από την Κοκκινιά, γνωρίζοντας και νιώθοντας πολύ γρήγορα τι ήθελε να κάνει. Να τραγουδάει. Στην πορεία οι μεταμορφώσεις, η ταυτότητά του, τα σουξέ του τον έφεραν μέσα σε ένα μαζικό ακροατήριο. Η φωνή του, όπως σωστά είπε ο Κραουνάκης η τελευταία της γενιάς του αναγνωρίσιμη, ήταν η μια όψη της επιτυχίας του. Η δεύτερη ήταν πως μπορούσε να πάει από ένα ρεπερτόριο του Διονυσίου μέχρι του Καφάση.

Υπάρχει όμως πέραν αυτών πάντα κάτι πιο αδιόρατο όπου έναν καλό τραγουδιστή τον καθιστά και σταρ. Πολλοί καλύτεροι τραγουδιστές δεν έγιναν – ιστορικά – εξάλλου πάντα σταρ. Ο Μαζωνάκης εμφανίστηκε σε μια εποχή που γράφανε ακόμη δημιουργοί σουξέ, ξέρανε τον τρόπο. Δεκαετία ’90. Νίκος Τερζής με Πάνο Φαλάρα. Κυριάκος Παπαδόπουλος – Ηλίας Φιλίππου. Γιώργος Μουκίδης. Φοίβος. Ακόμη, βέβαια, ήταν παρόντες δίδυμα όπως οι Χρυσοβέργης –  Γιατράς. Και κορυφαίοι, όπως ο Σούκας. Ο Πολυκανδριώτης. Ο Μουσαφίρης. Είχαν, όμως, στα μέσα του ’90 ήδη μπει δημιουργοί που ήξεραν την κατασκευή της επιτυχίας αλλά και λάμβαναν υπόψη πια και την εικόνα, το μαζικό θέαμα, την τηλεόραση. Ο Μαζωνάκης ήταν η χρυσή τομή των δύο κόσμων και τρόπων. Και κάτι το παλιό λαϊκό κόμιζε και μαζί έναν ιδιότυπο μοντερνισμό. Μπορούσαν οι δημιουργοί να ποντάρουν σε αυτόν. Η εποχή όμως δεν είχε μόνον συνθέτες και στιχουργούς. Ενα σταρ σύστεμ που μεταλλασσόταν είχε στο επίκεντρο και στυλίστες, ενδιάμεσους, νταραβεριτζήδες. Ενα υποσύστημα που επωαζόταν στις λεπτές γραμμές της νύχτας, του χρήματος, της βιομηχανίας των επιθυμιών. Ο Μαζωνάκης ήταν και παιδί του διπλανού αυτοκινήτου, μα και απόμακρος. Μέσα στη λάμψη των μεγάλων κέντρων, αλλά και μοναχικός. Πρόσωπο γκλαμ και Πειραιώτης, που πήγαινε τις Κυριακές και έτρωγε στη μάνα του. Κεντρικός σε μια νέα νύχτα, όχι των παλιών ρεζερβέ τραπεζιών, μα των καναπέδων ή και των όρθιων λαϊκών και μη παιδιών που στέκονταν μπροστά και γύρω από το ντεκ του.

Ο Μαζωνάκης άλλαζε, μα πεισματικά διατηρούσε δίπλα του το μπουζούκι (τον Θανάση Βασιλά τα πιο πολλά χρόνια). Σαν σταθερή αναφορά από εκεί που ξεκίνησε. Ενας Πίτερ Παν που δεν ενηλικιωνόταν και που έβλεπε τον νυχτερινό κόσμο ως μία φάρσα, ένα παιχνίδι που διέκοπτε τη μοναξιά του. Ο «Μαζώ» μπαινόβγαινε στο φως και το ημίφως. Το ταλέντο του ήταν η πρώτη ύλη ενός pop θεάματος που στηνόταν ολοκληρωτικά πάνω του. Οσο διήρκεσε. Τώρα που έφυγε τόσο αδόκητα, ίσως ένα νεότερο κοινό τα σκεφτεί όλα αυτά. Ισως κρατήσει απλώς τα τραγούδια του. Μαζί του κόβεται ένας κρίκος συνέχισης του μοντέρνου λαϊκού. Μια λαϊκότητα διαθλασμένη στη μηχανή του σταρ σύστεμ που όμως είχε κάτι δυνατό. Ισως και ρομαντικό.

Keywords