Πόσο έχει αλλάξει;

Είκοσι πέντε χρόνια μετά την 11η Σεπτεμβρίου, πόσο έχει αλλάξει η Αμερική; Η απάντηση είναι σύνθετη, η διαδρομή από τις επιθέσεις στους Δίδυμους Πύργους μέχρι τον τραμπισμό δεν είναι ευθεία. Μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι ο αποτυχημένος πόλεμος κατά του Ιράκ, που ξεκίνησε με την επίκληση ψευδών στοιχείων, προκάλεσε την απαξίωση του Ρεπουμπλικανικού κατεστημένου και επέτρεψε σε έναν δημαγωγό να εκμεταλλευθεί το κενό και να θριαμβεύσει. Οπως επισημαίνει όμως ο Ανταμ Γκόπνικ στον New Yorker, η υποστήριξη προς τον Ντόναλντ Τραμπ είναι προϊόν περισσότερο φόβων που έχουν σχέση με την ταυτότητα, τις παραδόσεις και τις αξίες, παρά αποτυχιών της εξωτερικής πολιτικής. Η ιστορία δεν είναι μια γιγάντια αλυσίδα αναπόφευκτων πραγμάτων, οι καταστροφές εξαρτώνται συχνά από τυχαία γεγονότα.

Οι ίδιες οι τρομοκρατικές επιθέσεις άλλαξαν λιγότερο την Αμερική απ’ ό,τι υπολόγιζαν οι εμπνευστές τους. Σηματοδότησαν βέβαια το τέλος της εποχής της αθωότητας – ή της αφέλειας – και επιβεβαίωσαν ότι η ισχύς ακολουθείται από την πτώση, κάθε 1900 έχει ένα 1914. «Ποτέ τέτοια αθωότητα ξανά», έγραφε ο Φίλιπ Λάρκιν το 1964 στο ποίημά του «MCMXIV (1914)», περιγράφοντας ένα πλήθος νεαρών στο Λονδίνο που μαθαίνουν την κήρυξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Το μεγαλύτερο μάθημα των ετών μετά την 11η Σεπτεμβρίου, σημειώνει ο Γκόπνικ, είναι ότι η απαίτηση για την απόλυτη ασφάλεια μετατρέπεται πολύ εύκολα σε πράσινο φως για καταστροφική δράση. Ομως η Νέα Υόρκη άντεξε. Οι φιλελεύθερες πόλεις και κοινωνίες αποδεικνύονται συχνά ισχυρότερες απ’ όσο και οι ίδιες πιστεύουν.

Είκοσι πέντε χρόνια μετά την 11η Σεπτεμβρίου, πόσο έχει αλλάξει η Ελλάδα; Η απάντηση περιορίζεται εδώ στον βαθμό ωριμότητας μιας κοινωνίας που, όπως έγραφε ο Στέφανος Μάνος στις αρχές του αιώνα, «είναι βαθιά αντιδυτική, μια κοινωνία που μπορεί κάθε φορά να επιλέγει πολιτικά τη Δύση για να αποκομίσει ό,τι μπορεί από αυτήν – και αποκομίζει πολλά –, συναισθηματικά όμως αισθάνεται ξένη προς αυτήν. Μια κοινωνία κυνική, που σώζει την ψυχή της κατηγορώντας ως κυνικούς όλους τους άλλους.» (από τον πρόλογο στο βιβλίο του Μανώλη Βασιλάκη «Καλά να πάθουν!», εκδ. Γνώσεις, 2002).

Τότε, ένας προβεβλημένος δημοσιογράφος σάρκαζε «Πονάει όταν σε βομβαρδίζουν», ένας δημοφιλής θεατρικός συγγραφέας έγραφε ότι θα ήθελε να βιντεοσκοπήσει τα δύο αεροπλάνα που περνούν μέσα από τους Δίδυμους Πύργους για να τα βλέπει όποτε είναι θλιμμένος και να ευχαριστιέται, ένας γνωστός πανεπιστημιακός καθηγητής χαρακτήριζε το χτύπημα «προβοκατόρικο, που χρησιμοποιεί η Αμερική για να δώσει μια συνέχεια που ετοίμαζε από χρόνια» (όλα από το βιβλίο του Μ. Βασιλάκη). Σήμερα, ο φανατισμός δεν είναι λιγότερος, αντιθέτως απλώνεται και στους putinistas, όταν αναπαράγουν τις ανοησίες για τους ουκρανούς «νεοναζί», ή στους «ακροκεντρώους», όταν δικαιολογούν τη γενοκτονική δράση του Ισραήλ κατά των Παλαιστινίων.

Ισως ένα άλλο βιβλίο να τα μαζέψει κι αυτά.

Keywords