Ποιος Ανδρέας;

Τριάντα χρόνια από τον θάνατό του, ο Ανδρέας Παπανδρέου παραμένει, παραδόξως, επίκαιρος. Ως μύθος προς αποθέωση ή προς δαιμονοποίηση. Ως πρότυπο πολιτικών απομιμήσεων ή ως πηγή έμπνευσης για σοσιαλμιντιακούς καλαμπουρτζήδες. Και ως πολιτικό μέτρο σύγκρισης.

Σε όλες τις έρευνες που έγιναν με την ευκαιρία της επετείου της Μεταπολίτευσης, ο ίδιος και η δεκαετία του ’80 αποδεικνύονται το κεντρικό σημείο αναφοράς όλης της 50ετίας. Και παραμένει ο, με διαφορά, δημοφιλέστερος πολιτικός όλης της μεταπολιτευτικής περιόδου. Αλλά σε ποια εκδοχή του; Ως αρχέτυπο λαϊκιστή ή ως παράδειγμα εκσυγχρονιστή; Ως ο Ανδρέας των «ωραίων χρόνων», μιας εποχής καταναλωτικής ευημερίας με δανεικά; Ή ως ένας ηγέτης με αίσθηση ρεαλισμού και μεταρρυθμιστικό όραμα;

Το θέμα δεν είναι να κάνουμε μια ακριβή αποτίμηση της διαδρομής του ή να αποδώσουμε ιστορική δικαιοσύνη. Το θέμα είναι, εφόσον τόσο πολλοί, εχθροί και φίλοι, επικαλούνται κάθε τόσο το φάντασμα του Ανδρέα, να καταλάβουμε σε ποια από τις εκδοχές της κληρονομιάς του θα χρειαζόταν σήμερα να κάνουμε επίκληση.

Στα σκληρά χρόνια της χρεοκοπίας και των μνημονίων, οι τελετές και οι θυσίες στους πολιτικούς βωμούς γίνονταν κυρίως με επίκληση στον Ανδρέα της πρώτης τετραετίας, της «μεγάλης αναδιανομής». Αποχωρισμένος από τα ιστορικά συμφραζόμενα της εποχής του, εκείνος ο Ανδρέας γινόταν σύμβολο που δικαίωνε τον «πατριωτικό αντι-μνημονιακό αγώνα» και καταδίκαζε την πολιτική των επιγόνων του στο κόμμα που εκείνος είχε ιδρύσει, επιταχύνοντας την εκλογική του λεηλασία. Μπορεί η μίμηση της εκφοράς του λόγου του να ήταν αποτυχημένη, αλλά ως πολιτικό εγχείρημα εκείνη η επίκληση αποδείχθηκε, στον καιρό της, εξαιρετικά αποτελεσματική.

Τώρα; Η χώρα βρίσκεται, κουρασμένη, σ’ ένα σταυροδρόμι. Εχουν περάσει οκτώ χρόνια από την τυπική έξοδό της από τα μνημόνια. Μα ούτε με τις βαθύτερες αιτίες της χρεοκοπίας – στο παραγωγικό της μοντέλο, στο κράτος, στο πρότυπο διακυβέρνησης – έχει αναμετρηθεί. Ούτε τις πληγές των αδικιών και των νέων ανισοτήτων, που τα χρόνια της χρεοκοπίας άφησαν πίσω τους, έχει κλείσει. Εχει ανάγκη από μια νέα μεταρρυθμιστική ώθηση. Μα αντιμετωπίζει τον προφανή κίνδυνο μιας καθήλωσης σ’ ένα πολιτικό αδιέξοδο που θα ανακυκλώνει τις αδυναμίες και θα διευρύνει την απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και τον ευρωπαϊκό κανόνα, που τα χρόνια των μνημονίων άνοιξαν απότομα και τα χρόνια της «κανονικότητας» απέτυχαν να γεφυρώσουν.

Αν, λοιπόν, για να βρεθεί αυτή η ώθηση χρειάζεται να επικαλεστούμε φαντάσματα ηρώων μιας άλλης εποχής, χρειαζόμαστε μάλλον μια άλλη εκδοχή της σκιάς του Ανδρέα να εμφανιστεί στους βράχους της σπηλιάς. Του Ανδρέα της «μεγάλης διόρθωσης». Δύο κείμενά του – από τα πιο παραγνωρισμένα – προσδιορίζουν, νομίζω, καλύτερα αυτή την εκδοχή του.

Το ένα είναι μια μεγάλη συνέντευξη που έδωσε στον Stanley Sheinbaum, φίλο του, εκδότη του προοδευτικού αμερικανικού περιοδικού «NPQ» και δημοσιεύθηκε το φθινόπωρο του 1987. Στο κείμενο αυτό, ο Παπανδρέου έκανε μια κριτική αποτίμηση των πολιτικών ενίσχυσης της αγοραστικής δύναμης («σήμερα, ένας κεϊνσιανός θα χρεοκοπούσε τη χώρα μέσα σε δύο χρόνια»), έθετε ως κεντρικό πολιτικό στόχο τον έλεγχο των ελλειμμάτων του Δημοσίου («έχουμε περίπου διπλάσιους εργαζόμενους στο Δημόσιο απ’ όσους απαιτούνται για την παραγωγή κρατικών υπηρεσιών») και αναγνώριζε την προσέλκυση επενδύσεων και την αύξηση της παραγωγικότητας ως το υπ’ αριθμόν ένα πρόβλημα («αν η Ελλάδα δεν καταφέρει να προσελκύσει ξένες επενδύσεις να χρηματοδοτήσουν τη συμμετοχή της στην τεχνολογική επανάσταση, είμαστε καταδικασμένοι να γίνουμε μια τουριστική χώρα, όπου οι νέοι θα μεταναστεύουν κι ένας ηλικιωμένος πληθυσμός θα εξυπηρετεί ξενοδοχεία»). Και αυτά, το 1987!

Το δεύτερο κείμενο είναι η ομιλία του στο πρώτο υπουργικό συμβούλιο μετά την επιστροφή του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, τον Δεκέμβριο του 1993. Εμεινε στη συλλογική μνήμη με τη φράση-σύνθημα, «είτε το έθνος θα εξαφανίσει το χρέος, είτε το χρέος θα αφανίσει το έθνος». Θυμόμαστε λιγότερο την ανάλυσή του για τις αιτίες της υπερχρέωσης, την αναφορά του σε πολιτικές ευθύνες για τη διαιώνιση της φορολογικής αδικίας ή για ένα κράτος που «απορροφά παθητικά ένα μέρος των εργαζομένων που διαφορετικά θα έμεναν άνεργοι», μα δεν κατορθώνει να ανταποκριθεί στις «σύγχρονες αναπτυξιακές ανάγκες».

Αυτή η εκδοχή του «πνεύματος του Ανδρέα» μου φαίνεται περισσότερο αναγκαία στις σημερινές συνθήκες. Και ακόμη περισσότερο μια ικανότητά του – που αναγνώριζε κάποιος που τον μελετούσε συστηματικά «από απέναντι», ο Μίμης Ανδρουλάκης – να «γειώνει» κοινωνικά ακόμη και πολιτικές που δεν προορίζονταν να είναι εύκολα δημοφιλείς. Ισως αυτή η αρετή να λείπει από τους σημερινούς πολιτικούς περισσότερο από κάθε άλλη.

Keywords