Οι πίτσες των εκατομμυρίων

Ο φίλος Θανάσης Χειμωνάς έγραφε, όταν αποκαλύφθηκε το σκάνδαλο φοροδιαφυγής που γινόταν στο δίκτυο καταστημάτων της Pizza Fan, ότι όλοι έχουμε στο σπίτι μας ένα διαφημιστικό πιάτο ή ποτήρι της συγκεκριμένης φίρμας.

Και σκέφτομαι ότι η πολιτική εταιρειών να κάνουν δώρο στον καταναλωτή σκεύη καθημερινής χρήσης με το σήμα τους σε εμφανές σημείο δεν είναι μόνο θέμα προσφοράς αλλά και καλλιέργειας μιας σχέσης.

Τσεκάρω, για παράδειγμα, τα ντουλάπια μου και βρίσκω ποτήρια με σήματα τριών αναψυκτικών, δύο χυμών, δύο μπιρών, ενός ουίσκι, ενός στιγμιαίου καφέ, αλλά και δύο φλιτζάνια του ίδιου καφέ στη ζεστή εκδοχή του, ένα πιάτο με σήμα μάρκας ζυμαρικών, τρία μπολ, τα δύο με μάρκα δημητριακών και το ένα από κάποιο γάλα.

Της Pizza Fan δεν είχα λόγω… ιδεολογίας. Τιμώντας μια ανύπαρκτη ιταλική ρίζα που, από παιδί, βαυκαλιζόμουν ότι έχω, δεν ήθελα να παραγγείλω από ένα μαγαζί που διαφήμιζε κάτι που ήταν συγχρόνως και πίτσα και χάμπουργκερ και μακαρονάδα, ίσως και τιραμισού, δεν θυμάμαι. Θέλω να πω ότι με κάποια εμπορικά σήματα συνδεόμαστε διότι και καταναλώνουμε συχνά τα προϊόντα τους αλλά έχουμε και αυτά τα ενθύμια να μας θυμίζουν καθημερινά την ύπαρξή τους.

Ηταν λοιπόν αναμενόμενο το ενδιαφέρον του κοινού γι’ αυτή την υπόθεση, οι ατάκες και τα αστεία που διακινήθηκαν, τα σχόλια, εκ των υστέρων, για τον κατάλογο της Fan, για τις τιμές και τη συμπεριφορά των υπαλλήλων. «Δεν είναι οι καλύτερες», ήταν το ρεζουμέ, «αλλά, για την τιμή τους, είναι αξιοπρεπείς και τις παίρναμε συχνά διότι μπορούσες να κάνεις pizza night χωρίς να ξοδέψεις μια περιουσία». Και αυτό με έβαλε σε σκέψεις που κάνω εδώ και χρόνια, από την εποχή της κρίσης. Πόση «έκπτωση» κάνουμε στην ποιότητα του φαγητού μας για λόγους οικονομίας; Και διαπιστώνω ότι είναι και μεγάλη και, δυστυχώς, αναπόφευκτη στις περισσότερες περιπτώσεις.

Το παρατηρώ στις αξιολογήσεις των καταστημάτων εστίασης από τις πλατφόρμες. Περισσότερο οι τιμές δίνουν τα 9+ και πολύ λιγότερο οι ποιότητες. Ακόμη και αυτή η σχέση ποιότητας – τιμής έχει αρχίσει να εξασθενεί. Εδώ και πολύ καιρό.

Με ένα παρασκήνιο ωστόσο που δεν νομίζω ότι του δίνουμε τη σημασία που θα έπρεπε. Ουδείς φαντάζεται ότι το αφεντικό τρελάθηκε και πουλάει φτηνά, έτσι για την ψυχή της μάνας του. Τι υλικά χρησιμοποιούνται σε αυτό που τρώμε, πόσο τυρί είναι το «τυρί» στην πίτσα και από τι κρέας παρασκευάζονται τα αλλαντικά; Ποιοι το παρασκευάζουν; Σε τι συνθήκες και με ποιους όρους εργασίας; Πώς λειτουργεί η εταιρεία που μας πουλά το φαγητό; Και, τελικά, ποιος πληρώνει το κόστος όταν η χαμηλή τιμή πασάρεται ως το βασικό προτέρημα ενός φαγητού; Πολύ φοβάμαι, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Ποικιλοτρόπως.

Θυμάμαι μια σκηνή στα χρόνια της κρίσης που θεωρώ ότι τη «φωτογράφιζε» με τον πιο ακριβή τρόπο. Εναν 65άρη διανομέα πιτσαρίας, που δεν θυμάμαι ποια ήταν, σίγουρα όμως από τις πολύ «οικονομικές». Ενας ηλικιωμένος δηλαδή που έτρεχε με το μηχανάκι μέσα στο κρύο για να μοιράσει τρόφιμα παρασκευασμένα από υποπροϊόντα κρέατος και τυριού σε ανθρώπους που χιλιομετράνε τα ψιλά τους για να φάνε. Νομίζω ότι από τότε με κρατάει αυτή η μελαγχολία.

Ηταν κάποτε μια κοσμοπολίτισσα

Υπήρξε βέβαια μια εποχή που η πίτσα ήταν ό,τι είναι σήμερα οι κοπές κρεάτων. Η επιτομή του γαστρονομικού κοσμοπολιτισμού. Μου λένε ότι κάπου στην Ομόνοια υπήρχε ένα μαγαζί που πουλούσε, από τις αρχές της δεκαετίας του 1960, πίτσα σε κομμάτι, αλλά ήταν περιορισμένου βεληνεκούς. Μετανάστες που επέστρεψαν στην Ελλάδα από τον Καναδά άνοιξαν το 1970 στην πλατεία της Αγίας Παρασκευής το Πορτοφίνο, την πρώτη πιτσαρία στην Ελλάδα, αναβαθμίζοντας την περιοχή αλλά και τη σχέση του μέσου Ελληνα με αυτή την «εξωτική» τροφή. Και μόνο τα ονόματα των καταστημάτων που ακολούθησαν έδιναν το στίγμα. Ρόμα, Λούκουλλος, Πριμαβέρα. Ονόματα που παρέπεμπαν σε Ιταλία, παρόλο που εδώ τρώγαμε πίτσα καναδέζικη.

Keywords