Ο Τραμπ με χιτώνα

Τι θα μείνει από την επίσκεψη Ρούμπιο στην Αθήνα; Εύκολο στοίχημα: Η ομιλία στην Πνύκα και μόνον. Υποψιάζομαι μάλιστα ότι το ισχυρότερο ίσως από τα κίνητρα, ώστε να περιλάβει την Αθήνα σε αυτό το ευρωπαϊκό του ταξίδι, μεταξύ Ρέικιαβικ και Λισαβόνας, ήταν ακριβώς η ευκαιρία να πάρει, φεύγοντας, στις αποσκευές του αυτή την εικόνα του· να εκφωνεί μια ομιλία, με φόντο τον Παρθενώνα, λουσμένος στο μοναδικό φως του αττικού δειλινού.

Το ντεκόρ είχε τη σημασία του. Αλλά και της ίδιας της ομιλίας η σημασία είναι αδύνατον να υποτιμηθεί. Μπορεί να μην ήταν «η ομιλία της χρονιάς», όπως έγραψε ενθουσιασμένη η «Wall Street Journal»· μα δεν ήταν σίγουρα από εκείνες που χάνονται από τη μνήμη μας, μόλις σβήσουν τα φώτα.

Οι αμερικανοί ακροατές της κατάλαβαν αμέσως το νόημα. Την εξέλαβαν ως επιβεβαίωση μιας πολιτικής φιλοδοξίας, που διατυπώνεται λίγο πριν αρχίσει η κούρσα για τις εκλογές του 2028. Ο Ρούμπιο εμφανίστηκε ως υποψήφιος διάδοχος, ως κληρονόμος αλλά και εκσυγχρονιστής του κινήματος «Πρώτα η Αμερική»· ως εκείνος που «εκλογικεύει» και δίνει κάποια θεωρητική συνοχή στην ασυνάρτητη λογοδιάρροια του Προέδρου – τουλάχιστον στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής.

Οι ευρωπαίοι ακροατές της επίσης δεν θα δυσκολεύτηκαν να καταλάβουν τι τους έλεγε ο Αμερικανός από την Αθήνα. Ηταν μια απόπειρα εγγράμματης αναδιατύπωσης του δόγματος MAGA στην εξωτερική πολιτική.

Το δικαίωμα της Αμερικής να επιδιώκει «χωρίς να ζητά συγγνώμη» (ή μήπως καλύτερα να μεταφράσουμε ως «ξεδιάντροπα» τον όρο «unapologetic»;) τη μεγιστοποίηση της εθνικής της ισχύος παραμένει αδιαμφισβήτητο. Τα πρωτεία της ισχύος έναντι των κανόνων και του διεθνούς δικαίου, του εθνικού συμφέροντος έναντι της πολυμέρειας και της διεθνούς συνεργασίας, του έθνους έναντι των διεθνών θεσμών, παραμένουν ακλόνητα και στη νέα διατύπωση του δόγματος. Αυτά που αλλάζουν είναι το πλαίσιο και το ύφος.

Το πλαίσιο είναι αυτός ο ορισμός της Δύσης, ως ένα ιστορικό συνεχές, το οποίο ξεκινά από την Ακρόπολη των Αθηνών και καταλήγει στο χρυσό Οβάλ Γραφείο στην Ουάσιγκτον, το οποίο απειλείται και το οποίο πρέπει να υπερασπίσουμε συστρατευόμενοι με την τραμπική Αμερική. Οσο για το ύφος, η αλλαγή είναι ευδιάκριτη. Αντί για το κοκτέιλ καταφρόνιας, ύβρεων και εκβιασμών που συνηθίζουν να σερβίρουν στους Ευρωπαίους ο αντιπρόεδρος Βανς, ο υπουργός Πολέμου, και συχνά ο ίδιος ο Τραμπ, ο Ρούμπιο προσφέρει κάτι που μοιάζει με το παλιό κρασί του παραδοσιακού Ατλαντισμού. Η γεύση του κρασιού κάτι θυμίζει, αλλά το κυρίως πιάτο που συνοδεύει είναι το ίδιο.

Οι Ευρωπαίοι καλούνται να διαλέξουν· είτε να «ξυπνήσουν από τον μακρύ τους ύπνο», να εκτραμπιστούν, να υιοθετήσουν την αμερικανική οπτική του κόσμου και να πολεμήσουν στο πλευρό των ΗΠΑ (ως σύμμαχοι πάντως, όχι ως είλωτες, όπως θα τους ήθελε ο Βανς) για την κυριαρχία σε έναν κόσμο που είναι – και πάλι – κόσμος πολέμων και ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων, είτε να αντιμετωπίσουν ένα μέλλον «ατροφίας, υποδούλωσης και παρακμής». Ενας Τραμπ, με δωρικό χιτώνα αντί για σπιρούνια καουμπόη.

Εκείνοι που μάλλον δυσκολεύτηκαν να πιάσουν το νόημα ήταν οι έλληνες ακροατές της αγόρευσης στην Πνύκα. Κολακευμένοι από τις υμνητικές αναφορές στην κλασική Ελλάδα, έλουσαν με εκστατικούς ύμνους τον ομιλητή για τη σοφία των λόγων του, χωρίς να πολυψάξουν το περιεχόμενό τους. «Δεν είναι το πιο έξυπνο πράγμα στον κόσμο», έγραψε ο Στάθης Καλύβας, «να χειροκροτάς κάποιον που σου λέει κατάφατσα πως η υπέρτατη αξία είναι τα εθνικά του συμφέροντα έναντι όλων των άλλων, ιδίως όταν εσύ δεν είσαι πολίτης της χώρας του».

Αλλά δεν είναι μόνον αυτό. Ενα θέμα είναι ότι «τσιμπάμε», κολακευόμαστε πολύ εύκολα όταν ένας ξένος μιλά με θαυμασμό για τους αρχαίους ημών. Δεν θα έπρεπε. Στο κάτω-κάτω και το «Mein Kampf» του Χίτλερ είναι γεμάτο εγκωμιαστικές αναφορές στην κλασική Ελλάδα και την τέχνη της, την οποία ο φύρερ αντιπαρέβαλε με τη σύγχρονή του «εκφυλισμένη τέχνη». Στη Σπάρτη προπάντων. Η αρχαιολατρία από μόνη της, συνεπώς, δεν λέει πολλά.

Το ακόμη πιο σοβαρό είναι ότι μια πιο προσεκτική ανάγνωση της ομιλίας του υψηλού μουσαφίρη θα έπρεπε να μας κάνει να φουσκώνουμε λιγότερο από περηφάνια και περισσότερο να νιώθουμε την υποχρέωση να υπερασπιστούμε κάπως αυτή την κληρονομιά που μοιραζόμαστε από την παρανάγνωσή της.

Μια παρανάγνωση που βλέπει στην κλασική Ελλάδα το θεωρητικό θεμέλιο και τη δικαίωση μιας αντίληψης για τον κόσμο, όπου η ισχύς περιφρονεί τον νόμο, όπου η Πόλις πρέπει να νοιάζεται μόνον για την «άνθηση των αρίστων» και όχι για την προστασία των πιο αδύνατων, την «ανακούφιση των χειρότερων», και όπου ο προορισμός της Αγοράς του Δήμου είναι να δώσει στους «μεγάλους άνδρες» το περιθώριο να λάμψουν, όχι να δώσει σε όσους μετέχουν του Δήμου την ευκαιρία (και την υποχρέωση) να μετέχουν στις ευθύνες της Πόλης και στα βάρη της μάχης.

Ισως όλα αυτά να ακούγονται μακρινά και κάπως φιλολογικά. Ο πολιτικός (αλλά και ο μιντιακός) κόσμος μας έχει μάθει να βλέπει ό,τι συμβαίνει στον διεθνή περίγυρο μέσα από τη στενή οπτική των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

Ο Ρούμπιο κατηγορήθηκε ως Πόντιος Πιλάτος, γιατί απέφυγε να πάρει θέση στο επίμαχο θέμα του καλωδίου (αν και εμμέσως πήρε: αναγνώρισε ως δικαιολογημένες τις τουρκικές «ευαισθησίες»). Αλλά κανείς αμερικανός υπουργός Εξωτερικών δεν έχει κάνει ποτέ κάτι διαφορετικό, ώστε να το περιμένουμε από εκείνον. Αυτό που έκανε ήταν να μας δώσει μια πρόγευση του μέλλοντος. Αν η Αμερική του μέλλοντος είναι αυτή που ο Ρούμπιο εκπροσωπεί, ίσως θα γοητεύεται λιγότερο από τους ισχυρούς ηγέτες, σαν τον Ερντογάν, θα ζηλεύει λιγότερο την άνεσή τους να υπερβαίνουν τα όρια, αλλά δεν θα αλλάξει την παραδοσιακή αμερικανική αντίληψη για τις ισορροπίες στην περιοχή. Τα υπόλοιπα παραμένουν δικό μας κυρίως θέμα.

Keywords