Μυστήριο, αίνιγμα, Μπρέξιτ

Δέκα χρόνια μετά το δημοψήφισμα, το Μπρέξιτ εξακολουθεί να στοιχειώνει τη βρετανική πολιτική. Αυτή την εβδομάδα, μάλιστα, ξαναήρθε στο προσκήνιο ένας γνώριμος ανταγωνιστής: η Ρωσία. Μιλώντας στο δημοφιλές podcast «The Rest Is Politics», ο πρωθυπουργός Άντι Μπέρναμ αποκάλυψε ότι, μόλις εγκαταστάθηκε στην Ντάουνινγκ Στριτ τον περασμένο Ιούλιο, ρώτησε τους συμβούλους του αν η Μόσχα είχε παρέμβει στο δημοψήφισμα του 2016. Η απάντηση, είπε, ήταν σαφής: ναι. Κανένας προκάτοχός του δεν είχε μιλήσει τόσο κατηγορηματικά.

Τη δήλωση Μπέρναμ ακολούθησε το γνώριμο βρετανικό μπαλέτο της μερικής αναδίπλωσης. Οι εκπρόσωποι του υπουργείου Εξωτερικών ανέλαβαν να εξηγήσουν τι ακριβώς εννοούσε ο πρωθυπουργός: ρωσική παρέμβαση υπήρξε, αλλά αυτή έλαβε χώρα φανερά, στη δημόσια συζήτηση, μέσω προπαγάνδας και παραπληροφόρησης, όχι όμως στην καταμέτρηση των ψήφων.

Και κανείς, ασφαλώς, δεν ισχυρίζεται ότι άλλαξε το αποτέλεσμα. Πρόκειται για μια εξαιρετικά βολική διάκριση, αφού επιτρέπει στο Λονδίνο να καταγγέλλει το Κρεμλίνο δίχως να θέτει υπό αμφισβήτηση τη νομιμοποίηση του Μπρέξιτ, ένα τραύμα που η χώρα ουδέποτε κατόρθωσε να επουλώσει πλήρως.

Ο Μπέρναμ δεν μιλούσε σε πολιτικό κενό. Είχε προηγηθεί η συνάντησή του στο Βερολίνο με τον καγκελάριο Μερτς, όπου συζητήθηκαν οι σχέσεις της ακροδεξιάς AfD με τη Μόσχα. Το βρετανικό δημοψήφισμα, υπό αυτή την έννοια, χρησιμεύει πλέον και ως προειδοποίηση προς τους Ευρωπαίους. Σήμερα, μάλιστα, ο επικεφαλής της MI5 Κεν ΜακΚάλουμ επιβεβαίωσε την απόπειρα ρωσικής ανάμειξης, φρόντισε όμως να διαχωρίσει την πρόθεση από το αποτέλεσμα. Αν οι Βρετανοί συνεχίσουν να συζητούν για μέρες την υπόθεση, παρατήρησε, οι ρώσοι προπαγανδιστές θα έχουν αποκτήσει περισσότερη δημοσιότητα απ’ όση τους άξιζε.

Το επεισόδιο αποτελεί ένα μικρό μόνο κομμάτι μιας πολύ παλαιότερης αντιπαλότητας. Τον περασμένο Δεκέμβριο, η νέα επικεφαλής της MI6 Μπλέιζ Μετρεγουέλι προειδοποιούσε για μια Ρωσία που «εξάγει χάος»: κυβερνοεπιθέσεις, δολιοφθορές, drones πάνω από αεροδρόμια και επιχειρήσεις παραπληροφόρησης – όλα διεξάγονται σε εκείνη τη βολική για τους επιτιθέμενους «γκρίζα ζώνη», όπου κανείς δεν κηρύσσει πόλεμο, αλλά κανείς δεν αισθάνεται και απολύτως ασφαλής. Η Μετρεγουέλι επικαλέστηκε μάλιστα την κληρονομιά της Special Operations Executive, της υπηρεσίας στην οποία ο Τσόρτσιλ είχε αναθέσει να «βάλει φωτιά στην Ευρώπη» κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η Μόσχα, βεβαίως, παρουσιάζει τις κατηγορίες ως μία ακόμη παράσταση της βρετανικής αντιρωσικής υστερίας.

Από το «Μεγάλο Παιχνίδι» στην Κεντρική Ασία μέχρι τη δολοφονία του Λιτβινένκο και την επίθεση στο Σόλσμπερι, Λονδίνο και Μόσχα συντηρούν επί δύο αιώνες μια σχέση στην οποία η δυσπιστία αποτελεί τον κανόνα του παιχνιδιού και η όποια συνεννόηση, όπως κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, την εξαίρεση. Ο Ουίνστον Τσόρτσιλ ίσως συνόψισε τις διμερείς σχέσεις καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο το 1939, όταν περιέγραψε τη Ρωσία ως «γρίφο τυλιγμένο σε μυστήριο, μέσα σε ένα αίνιγμα». Ελάχιστοι θυμούνται τη συνέχεια της περίφημης φράσης: «Ισως υπάρχει ένα κλειδί». Το κλειδί αυτό, σύμφωνα με τον Τσόρτσιλ, ήταν το ρωσικό εθνικό συμφέρον.

Σήμερα, το πρόβλημα δεν είναι απαραιτήτως ότι η Δύση αδυνατεί να διακρίνει τις επιδιώξεις της Μόσχας. Με τον πόλεμο στην Ουκρανία, την ισχυρή βρετανική στήριξη στο Κίεβο και τις ρωσικές απειλές, η απόσταση ανάμεσα στην πίεση και την ανοιχτή σύγκρουση μικραίνει μήνα με τον μήνα. Οι δηλώσεις Μπέρναμ μπορεί να αφορούν φαινομενικά ένα δημοψήφισμα που έλαβε χώρα το 2016 για ένα εσωτερικό βρετανικό ζήτημα. Την ίδια στιγμή υπενθυμίζουν κάτι δυσάρεστα επίκαιρο: πως οι δύο χώρες έχουν μάθει να ζουν σε καθεστώς εντεινόμενης αντιπαράθεσης. Το ερώτημα είναι πόσο ακόμη θα μπορέσουν να το κάνουν χωρίς να οδηγηθούν σε ανοικτή σύγκρουση.

Ο Ιωάννης Χουντής ντε Φάμπρι είναι ιστορικός των ιδεών, συγγραφέας και σύμβουλος στη Βουλή των Λόρδων

Keywords