Μια εποχή στην κόλαση

Το είδα κι αυτό. Εξού και ο τίτλος. Μια βαθυστόχαστη ανάλυση, σχολιασμό, καταγραφή, ένα κείμενο τέλος πάντων λίγο απ’ όλα για τα όσα γίνονται στη Γαλλία σε παράλληλη «ανάγνωση» με το έργο του Ρεμπό. Γιατί, λέει, όταν το έγραψε ο «καταραμένος ποιητής» είχε την ηλικία που έχουν οι εξεγερμένοι, διότι πρόκειται για ένα κείμενο βαθιάς εσωτερικής σύγκρουσης που αναζητά τα όρια της αναμέτρησης με την κοινωνία, δηλαδή αυτό που αναζητούν και τα παιδιά στους δρόμους, στοχάζεται πάνω στην αδυναμία του ανθρώπου να συμφιλιωθεί με τον κόσμο, αμφισβητεί τις παραδοσιακές αξίες και παίρνει αποστάσεις από τη συλλογική συνείδηση, άσε που ο ίδιος ο Ρεμπό συμμετείχε στα γεγονότα της Κομμούνας.

Και το έχω πει, βρε παιδιά. Μη ζητάτε από την τεχνητή νοημοσύνη να αναλύσει ποίηση και, ακόμη περισσότερο, να τη χρησιμοποιήσει για να «φωτίσει» και να ερμηνεύσει σύγχρονα γεγονότα. Κάνει κρα από τις πρώτες αράδες διότι δεν μπορεί να πάει ούτε μισό εκατοστό πιο βαθιά από την επιφάνεια της αβάσταχτης ελαφρότητας της αφέλειας και των εύκολων συνειρμών.

Τι σχέση έχει το αχαρτογράφητο, ακόμη και πολυπαραγοντικό κύμα διαμαρτυρίας με μία απόπειρα εργατικής διακυβέρνησης ή η σύνθεση του πληθυσμού στο σύγχρονο Παρίσι με εκείνη του 1871, τη χρονιά της Κομμούνας δηλαδή; Και τι σχέση έχει η προσωπική κόλαση του «καταραμένου ποιητή» με τα αιτήματα για καλύτερη παιδεία και καλύτερες συνθήκες ζωής; Πολύ φοβάμαι μήπως τις επόμενες ώρες και πάντα με τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης δω τον Ρεμπό να τρέχει με έξι τσάντες Louis Vuitton, τρεις κάτω από κάθε μασχάλη.

Γενικά, το τι έχω διαβάσει και τι έχω ακούσει σχετικά με τα γεγονότα δεν παίζεται. Αλλά είναι αυτός ο ψυχαναγκασμός που καλλιεργείται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και σε κάνει να αισθάνεσαι παρίας, αποσυνάγωγος, χαζός αν δεν καταθέσεις την αποψάρα σου για ό,τι συμβαίνει στον κόσμο μας. Και εν τω μεταξύ, από την ελλιπή και σκόρπια πληροφόρηση, τη μονομερή αντίληψη των γεγονότων, τις ιδεοληπτικές παρωπίδες, την εχθροπάθεια, τη συνωμοσιολογία, προκύπτουν απόψεις, εκτιμήσεις και πληροφορίες που κάνουν τον μέσο οδηγό ταξί να ντρέπεται για τη νηφαλιότητά του.

Σου λέει η άλλη (αυτολεξεί) ότι μια φίλη της που μένει μόνιμα στο Παρίσι (και, ως γνωστόν, οι φίλες που μένουν μόνιμα στο Παρίσι γνωρίζουν μήνες πριν τι αποφάσεις πρόκειται να πάρει η γαλλική κυβέρνηση) της είπε «ότι θα εφαρμόσουν έναν αλγόριθμο για την είσοδο στα πανεπιστήμια πέρα από τις εξετάσεις, που τα παιδιά από πιο δευτεροκλασάτα σχολεία δεν θα έχουν πρόσβαση σε σχολές πιο υψηλόβαθμες όπως νομική, ιατρική κ.λπ.». Από την άλλη, γλωσσού βουλευτής που έχει πάντα δίκιο γράφει για τη ζοφερή καθημερινότητα των ανθρώπων και ειδικά των νέων που ζουν στα υποβαθμισμένα προάστια του Παρισιού, για τον κοινωνικό αποκλεισμό, το κυνήγι από την αστυνομία, τον φυλετικό στιγματισμό.

Απαντά κυρία ότι μένει 20 χρόνια σε ένα τέτοιο προάστιο και δεν είναι έτσι τα πράγματα, όχι, δεν ξέρετε, επιμένει η βουλευτής, αυτό ακριβώς, είναι δυνατόν η κυρία που ζει στις περιοχές στις οποίες αναφέρεται να ξέρει περισσότερα από εκείνη που μένει στην Αθήνα; Οχι βέβαια. Και σου έρχεται και η άλλη, δημοσιογράφος ούσα, και πιάνει να γράψει για τα γεγονότα και λέει πόσο σφίγγεται η καρδιά της που βλέπει πεταμένα στον δρόμο τα πορτοκαλί κουτιά του Hermès και συνεχίζει γράφοντας για την ιστορία του οίκου. Τα χάπια μου, την τσάντα μου κι ένα ταξί να φύγω.

Τι ωραίο πλιάτσικο

Εμένα πάλι η καρδιά μου σφίχτηκε όταν είδα σε βίντεο διαδηλωτές στη Μασσαλία να ρίχνουν σπρέι στο ρολό με το ντονέρ ενός πλανόδιου σουβλατζή. Οτι αυτό τώρα είναι αγώνας κατά του καπιταλισμού; Αλλά ούτε και το πλιάτσικο στα καταστήματα πολυτελείας μάχεται τον καπιταλισμό. Οι μεν ιδιοκτήτες είναι καλυμμένοι με τρίδιπλες ασφάλειες, οι δε πελάτες θα ψωνίσουν από άλλα καταστήματα και οι μόνοι που θα την πληρώσουν είναι οι εργαζόμενοι. Εκτός αν ο Ρεμπό έχει να μας πει κάτι επ’ αυτού.

Keywords