Μεταμοντέρνος Λεβιάθαν

Λίγα πράγματα γράφτηκαν για τον Γιώργο Μερτίκα, όταν «έφυγε» τον Νοέμβριο του 2023, παρότι όσα γράφτηκαν ήταν αρκούντως τιμητικά για κάποιον που άφησε ένα σημαντικό αποτύπωμα στη διανοητική πορεία της χώρας από τη δεκαετία του 1980 και μετά, παρότι επέλεξε να το κάνει συχνά από ρόλους που δεν ήταν στην πρώτη γραμμή της δημοσιότητας, όπως αυτοί του εκδότη, του μεταφραστή και του επιμελητή.

Αρκεί να αναλογιστούμε τη σημασία που είχε το περιοδικό Λεβιάθαν, του οποίου υπήρξε ο εκδότης και το οποίο έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο στην παρουσίαση διαφόρων σημαντικών συζητήσεων στο ελλαδικό κοινό, ξεκινώντας από τη μεγάλη συζήτηση γύρω από το μοντέρνο και το μεταμοντέρνο στα τέλη της δεκαετίας του 1980.

Ομως, το αποτύπωμα του Μερτίκα δεν περιορίζεται απλώς και μόνο στο ότι βοήθησε το ελληνικό κοινό να έρθει σε επαφή με σημαντικούς στοχαστές, αλλά και στη δική του συγγραφική παραγωγή. Ωστόσο, αυτή ήταν δύσκολα προσπελάσιμη, αφού παρέμεινε διασκορπισμένη σε τεύχη του Λεβιάθαν, του περιοδικού Σημειώσεις (στο οποίο επίσης συμμετείχε), των Αναγνώσεων της Αυγής και του περιοδικού «Το Ερμα».

Ομως, τώρα αυτό το κενό καλύπτεται με την έκδοση μιας ανθολογίας κειμένων του με τίτλο «Ο Λεβιάθαν στη μαζική δημοκρατία», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Ερμα, συνοδευόμενης από ένα εκδοτικό σημείωμα του Νίκου Κατσιαούνη και, αντί προλόγου, το αποχαιρετιστήριο κείμενο που έγραψε για τον Μερτίκα, ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος στο περιοδικό Σημειώσεις τον Νοέμβριο του 2025.

Αναζητήσεις

Ο Μερτίκας ανήκει στη γενιά της Μεταπολίτευσης, μια γενιά που σφραγίστηκε από την εμπειρία του Πολυτεχνείου και όσα ακολούθησαν. Ομως, η απογοήτευσή του από τις μαζικές μορφές αριστερής πολιτικής στράτευσης που προσφέρονταν – παρότι παρέμεινε βαθιά αριστερός μέχρι το τέλος της ζωής του – τον οδήγησαν σε όλο και πιο σύνθετες θεωρητικές αναζητήσεις.

Από το ενδιαφέρον του για την Κριτική Θεωρία της Σχολής της Φρανκφούρτης, θα μετατοπιστεί προς την ενασχόληση με τον Καρλ Σμιτ, ενώ καθοριστικό ρόλο θα παίξει από ένα σημείο και μετά η συνάντησή του με τον Παναγιώτη Κονδύλη και το έργο του, άλλωστε μια ολόκληρη ενότητα του βιβλίου είναι αφιερωμένη στα κείμενα που έγραψε για τον Κονδύλη. Οπως το περιγράφει ο ίδιος σε ένα κείμενο του 2018: «Εχοντας διαπιστώσει τα πολιτικά αδιέξοδα στα οποία οδηγούσε ο στενός κύκλος της λεγόμενης Σχολής της Φρανκφούρτης, καθώς και οι γαλλικές σχολές τύπου Φουκώ, Γκουαταρί ή των καταστασιακών, στράφηκα στον Καρλ Σμιτ και στην πολιτική του θεώρηση· και κατ’ επέκταση σε μια σειρά κλασικών στοχαστών που βασικά τους έργα βρίσκονται στη σειρά την οποία επιμελήθηκε ο Κονδύλης».

Η θεωρητική και σε τελική ανάλυση πολιτική πρόκληση με την οποία αναμετριέται ο Μερτίκας αφετηρία έχει το πώς η «ήττα της κομμουνιστικής ουτοπίας» οδήγησε στην «εξαμβλωματική εκδοχή της φιλελεύθερης ουτοπίας» που καθιστά ως πρότυπο την αυτοπραγμάτωση ως «αφελή φιλαυτία» μέσω της κατανάλωσης και της οικονομικής αποδοτικότητας.

Το αποτέλεσμα είναι μια άρνηση κάθε εσχατολογίας και κάθε υπερβατικής αξίωσης εντός αυτού που ο Μερτίκας χαρακτηρίζει ως τον «αυτισμό της μεταμοντέρνας εποχής», καθώς «η πλανητική φαντασμαγορία του εμπορεύματος θολώνει την κάθε λογής πνευματική-υπερβατική διαύγεια – θεολογική, φυσιολογική και κοινωνιολογική – για να τη μεταλλάξει σε ιδεολογία αξιώσεων κυριαρχίας».

Στα κείμενά του για τον Καρλ Σμιτ ο Μερτίκας υπογραμμίζει ακριβώς ότι παρά τον βαθύ συντηρητισμό του Σμιτ, ο ρεαλισμός της πολιτικής θεολογίας του, όπως και ο τρόπος που ξαναπιάνει ένα νήμα από τον Χομπς ως προς τον τρόπο συγκρότησης του πολιτικού σε ένα συγκρουσιακό πλαίσιο, μπορεί να είναι το αναγκαίο συμπλήρωμα στα πολιτικά όρια της Κριτικής Θεωρίας: «το πολιτικό κενό που προκύπτει στα πλαίσια της κοινωνικής θεωρίας είναι φανερό πως είτε θα καλυφθεί, είτε θα περιορίσει την ίδια κριτική θεωρία σε ακαδημαϊκή άσκηση. Θέλοντας να αποφύγουμε τη δεύτερη λύση, παρουσιάζομαι εδώ έναν πολιτικό στοχαστή, τον Καρλ Σμιτ, έχοντας κατά νου τα ερωτήματα που θέτει και τις απαντήσεις που οφείλουμε να δώσομε να δώσουμε», έγραφε σε ένα τεύχος του Λεβιάθαν το 1993.

«Επικίνδυνος στοχαστής»

Στο έργο του Παναγιώτη Κονδύλη, ο Μερτίκας βλέπει έναν σύμμαχο και έναν «επικίνδυνο στοχαστή», η σκέψη του οποίου «δεν έρχεται να καλλιεργήσει ηθικολογικές αυταπάτες που να δικαιώνουν την εκάστοτε κατάσταση πραγμάτων, ή να παρηγορούν με κάποια μελλοντική κατίσχυση της αλήθειας». Γι’ αυτό και επιμένει ότι ο «στοχασμός του Κονδύλη είναι ο έσχατος γόνος του Διαφωτισμού, ή εν πάση περιπτώσει εκείνης της πλευράς του που εμμένει  στην κριτική των ιδεολογιών, είτε αυτές καλύπτονται με μηδενιστικά και ευδαιμονιστικά πέπλα, είτε με προοδευτικά και υπερβατικά», μια σκέψη αναγκαία στα μάτια του στην εποχή της μεταμοντέρνας μαζικής δημοκρατίας. Ως προς αυτό, ο Μερτίκας διαφοροποιείται από όσους θεωρούν ότι η περιγραφική θεωρία της απόφασης του Κονδύλη, αυτή η αντίληψη του κόσμου ως συγκρουόμενων αξιώσεων ισχύος, είναι μια παραλλαγή ντεσιζιονισμού (αποφασιοκρατίας), ασύμβατη με οποιαδήποτε έννοια προοδευτικής ή ριζοσπαστικής πολιτικής. Βεβαίως, υπό την προϋπόθεση ότι κατανοούμε ότι o «Κονδύλης εντάσσεται στη ριζοσπαστική δυτική παράδοσή, που θέλει τον διανοούμενο να ζει μέσα σε μια τραγική σύγκρουση, καθώς αμφιταλαντεύεται μπροστά στην πολιτική δράση. Σύμφωνα με τον Χέγκελ, είναι η μόνη αυθεντική τραγωδία του σύγχρονου κόσμου γιατί δεν έχει διέξοδο, είναι ένα πρόβλημα χωρίς λύση».

Στην αρνητική αποτίμηση της σύγχρονης Ελλάδας από τον Κονδύλη, ο Μερτίκας εντοπίζει το ίχνος του νεωτερικού πατριωτισμού, όπως τον διατυπώνει ο Μακιαβέλι, κατά τον οποίο, «ελεύθερη είναι μια πολιτεία όταν ο (κυρίαρχος) λαός μπορεί να αποφασίζει για την πολιτική του ύπαρξη, να διακρίνει μεταξύ φίλων και εχθρών», και ο οποίος καταλήγει να υπογραμμίζει «την απιθανότητα επιβίωσης της ελληνικής κοινωνίας – του ελληνικού κράτους-έθνους – στη συνάφεια της πλανητικής πολιτικής». Ο Μερτίκας αναγνωρίζει ότι η στρατευμένη θεωρία της απόφασης δεν αφήνει πολλά περιθώρια αισιοδοξίας, είναι όμως μια απαισιοδοξία που οριακά η πράξη θα μπορούσε να ξεπεράσει.

Keywords