Μαθημάτων αναγκαιότατον τα κακά απομαθείν

«Ολα τα προβλήματα είναι γλωσσικά προβλήματα», τόνιζε ο Βάλτερ Μπένγιαμιν. Κι όμως ποτέ δεν μας απασχόλησε, ως «γλωσσικό πρόβλημα», ένα πάθος που ορίζει ανθρώπινες συμπεριφορές, περισσότερο και από το συμφέρον: Ο φθόνος.

Αυτή η άλογη επιθυμία, όχι να αποκτήσεις ό,τι έχει ο άλλος, όπως στη ζήλια, αλλά να καταστρέψεις αυτό που πέτυχε ο άλλος. Για μόνο τον λόγο ότι εσύ δεν αντέχεις να βλέπεις την επιτυχία του.

Πράγμα που σημαίνει ότι δεν φθονούμε οποιονδήποτε, αλλά μόνον όσους θαυμάζουμε. («Κρυφό θαυμασμό», λένε κάποιοι τον φθόνο).

Γι’ αυτό «…ο πιο φοβερός φθόνος είναι ο υπαρξιακός φθόνος της ίδιας της ύπαρξης του άλλου, όπως είναι ο φθόνος των ικανοτήτων και των ιδιοτήτων του». (Ν. Δεμερτζή και Θ. Λίποβατς, «ΦΘΟΝΟΣ ΚΑΙ ΜΝΗΣΙΚΑΚΙΑ», «ΠΟΛΙΣ»).

Ταυτόχρονα, είναι τόσο κεντρικός ο ρόλος του φθόνου στις ανθρώπινες υποθέσεις, ώστε γύρω του «…συσπειρώνονται μια σειρά από συγγενή συναισθήματα όπως ζήλια, δίψα για εκδίκηση, χαιρεκακία, μνησικακία, κακοπιστία, αχαριστία, κακολογία κ.λπ.». Μεταμφιεσμένα, πάντα υποκριτικά, σε κοινωνικά αποδεκτές συμπεριφορές. Ετσι η κακολογία μεταμφιέζεται σε «ειλικρίνεια». Ενώ, αντίθετα, κάθε αντίδραση εξευμενισμού εκ μέρους του φθονούμενου, επειδή αποτελεί εκδήλωση ανωτερότητας, προκαλεί ακόμη περισσότερο φθόνο. Είναι το λεγόμενο «παράδοξο του φθόνου».

Αλλά το βαθύτερο χαρακτηριστικό του φθόνου είναι ο εγγενής πρωτογονισμός του, συνέπεια της «καταγωγής» του από τη «μαύρη μαγεία» των πρωτόγονων κοινοτήτων, που ήρθε σ’ εμάς ως «κακό μάτι», απέναντι σε όποιον ξεχώριζε. Κάτι που επέβαλλε έναν παραλυτικό κομφορμισμό στις κλειστές κοινωνίες, ώστε να μην προκαλεί η επιτυχία. Ίσως στη μαγική καταγωγή του έχει την πηγή του και ο παραλογισμός του φθόνου: να δαπανάται τεράστια ενέργεια για την καταστροφή του άλλου, χωρίς κανένα όφελος για τον καταστροφέα. Ο ορισμός δηλαδή, του «Χρυσού Νόμου του ηλίθιου». Κάτι που πρώτος ο Σωκράτης του Ξενοφώντα παρατήρησε, αποφαινόμενος ότι ο φθόνος είναι ασύμβατος με τους συνετούς, αλλά μόνιμο πάθος των ηλιθίων. («…φρονίμω μεν ανδρί ου δύναται συμβήναι, τους ηλιθίους δε αεί πάσχειν αυτό»).

Βεβαίως ο φθόνος είναι ιδιωτική υπόθεση. Στην πολιτική όμως είναι απολύτως δημόσια υπόθεση. Διότι καθορίζει τις ζωές μας. Και επειδή δεν μπορούμε να τον εξαλείψουμε, οφείλουμε να τον αναγνωρίζουμε και να τον ονομάζουμε δημόσια. Για την προστασία μας.

Φθόνος λοιπόν είναι, όταν η χώρα σου, στερώντας  από τους κατοίκους της πολύτιμους οικονομικούς πόρους, υλοποιεί ένα θηριώδες εξοπλιστικό πρόγραμμα, κι εσύ το μηδενίζεις. (Το ότι στη θέση του αντιπροτείνεις τον, τριτοκοσμικού χαρακτήρα, «οπερετικό εθνικισμό» της επίδειξης και της «φιγούρας», εκφεύγει του παρόντος).

Φθόνος είναι, όταν η χώρα σου, με τη σοβαρότητά της, πετυχαίνει «ήρεμα νερά»  με τον γείτονα, να τα υπονομεύεις, με τον παραλογισμό ότι είναι προϋπόθεση για «φουρτούνες». (Πώς θα αντιδρούσες, αν άκουγες από γιατρό ότι «η υγεία είναι προϋπόθεση της αρρώστιας»;).

Τέλος, «παράδοξο του φθόνου» έχουμε όταν, μετά την παραλαβή ως δώρου εξευμενισμού ολόκληρης περιφέρειας (Πελοποννήσου), ο δωρεοδόχος αυξάνει τις εκδηλώσεις  του φθόνου.

Βεβαίως, η «αποστράγγιση των παθών», ώστε να μείνουμε μόνο με τη λογική, είναι ανέφικτη. Εν τούτοις, δεν είμαστε έρμαια των παθών μας. Μας προστατεύει από τον κίνδυνο της ύβρεως, η συνείδηση των παθών μας. Αρκεί να την έχουμε.

Υπό μία έτερη προϋπόθεση: Οτι έχουμε συνείδηση και της «οδηγίας» του  Αντισθένη: «Μαθημάτων αναγκαιότατον τα κακά απομαθείν».

Ο Κώστας Κούρκουλος είναι δικηγόρος

Keywords