Κοντα στο «μπαμ»

Δεκαπέντε χρόνια πριν, το μικρό νησί του Αιγαίου είχε ακόμα σπίτια με ξεφτισμένες πόρτες. Οι τουρίστες που το επισκέπτονταν δεν νοιάζονταν και πολύ για τις ανέσεις της πολυτελούς διαμονής – τα καλύτερα δωμάτια οριακά ήταν εφοδιασμένα με κλιματιστικό και η ντουζιέρα είχε πλαστική κουρτίνα.

Ξαπλώστρα δεν υπήρχε ούτε για δείγμα, τα μπαρ ήταν μετρημένα στα δάχτυλα, οι ταβέρνες ήξεραν να κάνουν πατάτες – χωριάτικη – κατσίκι και αυτό ήταν. Φέτος οι αποθήκες για τα καΐκια, πάνω στα βράχια, είχαν πια αλλάξει χρήση. Είχαν βαφτεί και εξοπλιστεί κατάλληλα, μοντέρνα αν και όχι απαραιτήτως κυκλαδίτικα, για να φιλοξενήσουν νεαρά ζευγάρια μέσω AirBnB, με 200 ευρώ τη βραδιά. Τα χρώματα ήταν ό,τι πρέπει για τις φωτογραφίες στο Instagram.

Δεκαπέντε χρόνια πριν, πίσω από τη στάση του μετρό «Μοναστηράκι», στην πάνω είσοδο του Ψυρρή, δεν μπορούσες να περάσεις εύκολα: το βουνό από τα σκουπίδια ξεχείλιζε στους κάδους, οι παλιές επιχειρήσεις μέχρι την οδό Σαρρή έμοιαζαν σκοτεινές και γερασμένες.

Στο απέναντι πεζοδρόμιο της Ερμού, τα στενά πέριξ της αγοράς ήταν αφημένα στην τύχη τους. Μόνο οι φοιτητές ήξεραν πως τα καλά στέκια, για ποτό και φαγητό, κρύβονται εκεί όπου οι τουρίστες προσπερνούν.

Φέτος, δεν υπάρχουν καν ταμπέλες που αναγράφουν τις οδούς, μόνο τουριστικά μαγαζιά και βιτρίνες εκτρώματα, με neon φούξια φώτα και φανταχτερά φλαμίνγκο, παρακμιακοί παιδότοποι που διαμορφώνουν με νέους όρους μια ιστορική συνοικία με ειδικούς πολεοδομικούς περιορισμούς για τον έλεγχο της εμπορικής ανάπτυξης. Κάθε σπίτι που έχει απομείνει είναι εξαίρεση σε μια γειτονιά boutique ξενοδοχείων. Αλλά τουλάχιστον, μερικές φορές δεν έχει σκουπίδια.

Είναι πολλοί οι τρόποι με τους οποίους οι αρμόδιες Αρχές απορρίπτουν τις διαμαρτυρίες των κατοίκων μιας περιοχής ως γκρίνιες, ως υπερβολικές αντιδράσεις απέναντι στην απαραίτητη, αναγκαία εξέλιξη μιας χώρας που μετατρέπεται σε λούνα παρκ για τουρίστες – «δεν έχουμε αρμοδιότητα», «αυτά μας ζητάνε, αυτά κάνουμε», «χωρίς αυτά θα ερημώσει ο τόπος, αυτό θέλετε;», «σας φταίνε τώρα και όσοι αποφασίζουν να ξοδέψουν εδώ τα λεφτά τους;». Είναι άραγε λιγότερο Ελληνες, λιγότερο καλοί πατριώτες όσοι απαιτούν κανόνες και ελέγχους; Είναι λιγότερο ανεκτικοί στην πρόοδο όσοι ζητούν η πόλη τους, το νησί που μεγάλωσαν ή τελοσπάντων το μέρος που με κάποιον τρόπο τους αφορά να παραμείνει ένα τσικ δικό τους;

Το κτίριο που κατέρρευσε στην οδό Λυσικράτους και οι ρωγμές στην Κυψέλη, η ανησυχία πως η κρατική αδιαφορία δεν αφορά μόνο την καθημερινότητα, την οικονομία ή την Ιστορία, αλλά ακόμα και την ασφάλειά τους κινητοποιούν αυτές τις μέρες τους κατοίκους των Αθηνών – που άκουσαν ανερυθρίαστα αρμόδιο υπουργό να λέει πως δεν θα νοίκιαζε σπίτι εκεί όπου οι ίδιοι συνεχίζουν να μένουν σε «κίτρινα» και «κόκκινα» διαμερίσματα. Δεν είναι μόνο θέμα ποιότητας πια, δεν βλέπουν το ιστορικό τρίγωνο της πόλης τους να υφίσταται μεταλλάξεις ανάλογες του εγώ του εκάστοτε δημοτικού παράγοντα. Δεν περιμένουν μόνο ότι θα ανοίξει ξανά ένας δρόμος 500 μέτρων, όπως τους υποσχέθηκαν, μπας και γλιτώσουν λίγη από την κίνηση (και από τότε έχουν περάσει δύο χρόνια).

Βλέπουμε τις εικόνες στην Ισπανία, μετά την έξωση της 87χρονης Μαρικάρμεν γιατί αδυνατούσε να πληρώσει το νοίκι της ή τις βίαιες διαδηλώσεις στη Βαρκελώνη για τον υπερτουρισμό και θεωρούμε πως αυτά τα πράγματα δεν θα συμβούν ποτέ στη μικρή μας χώρα, που την περίοδο της κρίσης έμαθε να επιβιώνει κόβοντας τουριστικό κιμά παρουσία του πελάτη. Είμαστε πιο κοντά στο «μπαμ» απ’ όσο νομίζουμε.

Keywords