Η στόχευση του ΠΑΣΟΚ

Πολύς λόγος έχει γίνει τελευταία για τη στόχευση του ΠΑΣΟΚ να είναι πρώτο κόμμα στις επόμενες βουλευτικές εκλογές και για την πιθανή συμμετοχή του σε κυβερνήσεις συνεργασίας σε περίπτωση που αυτό δεν επιτευχθεί.

Μια μερίδα σχολιαστών φαίνεται να επιθυμεί διακαώς την επανεξέταση της πρόσφατης ομόφωνης απόφασης του Συνεδρίου του ΠΑΣΟΚ περί μη συνεργασίας με τη Νέα Δημοκρατία. Θα αποτελούσε, επιχειρηματολογούν, σε αυτή την περίπτωση το ΠΑΣΟΚ μία δύναμη υπευθυνότητας, που θα έλεγχε ως κυβερνητικός εταίρος τις ακρότητες και τις αυθαιρεσίες της κυβέρνησης και θα την έστρεφε σε πιο προοδευτική κατεύθυνση, ενώ σε αντίθετη περίπτωση κινδυνεύει να υποστεί εκλογική καθίζηση.

Οσοι, όμως, προωθούν τέτοιες λογικές είτε αποσκοπούν στη διαιώνιση της σημερινής κατάστασης με μια ανακατανομή ρόλων και θέσεων και διεύρυνση της νομής της εξουσίας, είτε – στην καλύτερη περίπτωση – παραγνωρίζουν τα πεπραγμένα του «επιτελικού κράτους» την τελευταία 8ετία: Θα ήταν ασύγγνωστη αφέλεια να θεωρεί κάποιος ότι ένα ΠΑΣΟΚ αποδυναμωμένο και εσωτερικά σπαρασσόμενο από την παραβίαση της συνεδριακής του απόφασης, θα μπορούσε να προσφέρει οποιαδήποτε εθνική υπηρεσία ή να επιβάλλει οποιαδήποτε αλλαγή πολιτικής σε μια κυβέρνηση με κορμό τη ΝΔ. Εκτός φυσικά αν θεωρούν τέτοια εθνική υπηρεσία τη διάλυση και ρευστοποίηση του μοναδικού υπεύθυνου και θεσμικού προοδευτικού πόλου. Γιατί τότε δεν θα μιλάμε για κίνδυνο εκλογικής φθοράς, ο οποίος μάλιστα κάθε άλλο παρά επιβεβαιώθηκε το 2023 σε αντίστοιχες συνθήκες, αλλά για διάσπαση και εξαφάνιση από τον πολιτικό χάρτη. Από αυτή την άποψη, συνεπώς, η απόφαση του Συνεδρίου απλά επικύρωσε το αυτονόητο.

Μια άλλη διαμετρικά αντίθετη λογική προσπαθεί να προωθήσει σενάρια de facto συνεργασίας με το νεότευκτο προσωποπαγές κόμμα του Αλέξη Τσίπρα στο όνομα της ενότητας του προοδευτικού χώρου και της συνεργασίας στην Κεντροαριστερά. Εδώ η επιχειρηματολογία εστιάζει στην (αδιαμφισβήτητη) ανάγκη πολιτικής αλλαγής και στην (επίσης αναγκαία) διερεύνηση των πεπραγμένων της ΝΔ στους θεσμούς και στην οικονομία – μπροστά σε αυτές τις ανάγκες πρέπει να υποχωρήσουν ήσσονα ζητήματα ή επιμέρους διαφωνίες και να παραμεριστεί το παρελθόν.

Η λογική αυτή προϋποθέτει ότι θα θεωρηθεί αξιόπιστος και ειλικρινής συνομιλητής ο Αλέξης Τσίπρας, δηλαδή το ίδιο πρόσωπο που χωρίς να τολμήσει την παραμικρή αυτοκριτική για το παρελθόν του μεθόδευσε σε κοινή θέα την διάλυση του πολιτικού του χώρου από το 2023 έως το 2025, ώστε στα συντρίμμια του να στήσει το προσωποπαγές του κόμμα… Ενα κόμμα που ακόμα και σήμερα, πλην του τίτλου του, δεν γνωρίζουμε καν τις βασικές του θέσεις, το κυβερνητικό του πρόγραμμα και σε ποιον πολιτικό άξονα κινείται (όχι ότι αυτά δέσμευσαν στο παρελθόν τον κ. Τσίπρα). Θα ήταν τουλάχιστον πολιτικά αφελής όποιος θα εμπιστευόταν το ενδεχόμενο προγραμματικών συμφωνιών με έναν τέτοιο σχηματισμό.

Σε ένα τόσο ρευστό πολιτικό σκηνικό με νέα κόμματα να αναμένονται στον χώρο της Δεξιάς και το αποτέλεσμα της προσεχούς κάλπης πιο αβέβαιο από ποτέ, ο στόχος του ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί παρά να είναι μέσω της ισχυρής εκλογικής του επίδοσης να επιβάλλει το πρόγραμμά του ως μόνη βιώσιμη πρόταση διακυβέρνησης. Σε αντίθετη περίπτωση και εφόσον εκεί το τάξει η λαϊκή ψήφος, θα προσφέρει στη χώρα ως υπεύθυνη θεσμική αντιπολίτευση. Διαθέτει, άλλωστε, βαθιές ρίζες, στελέχη και πολιτική ανθεκτικότητα ώστε να διαψεύσει όσους «ανησυχούν» για το μέλλον του.

Ο Χρήστος Απ. Κακλαμάνης είναι δικηγόρος

Keywords