Η «Οδύσσεια» των άλλων

Ο Οδυσσέας είναι ο ήρωας της δυτικής λογοτεχνίας που ακούει τον «μύθο» του εν ζωή: «Ο Δημόδοκος, ο τυφλός ραψωδός (η όραση έχει γίνει ενόραση), τραγουδάει στους συγκεντρωμένους άρχοντες και τον άγνωστο καλεσμένο τους. Τραγουδάει για τις μάχες μπροστά στα τείχη της Τροίας και για τον Οδυσσέα. Ο ταξιδιώτης, ακούγοντας να τον τραγουδούν, υποκύπτει στα δάκρυα. Κατά τη γνώμη μου, όχι μόνο εξαιτίας του έκδηλου πάθους της ανάμνησης, όχι μόνο επειδή πληροφορείται το ζοφερό πεπρωμένο των πρώην συμπολεμιστών του. Αλλά, κάτι ακόμα πιο συντριπτικό, επειδή η απαγγελία του ραψωδού υποχρεώνει τον Οδυσσέα να έρθει αντιμέτωπος με τη “διάλυση”, με τη διασπορά του ζωντανού του εαυτού. Εχει ήδη περάσει στην άυλη αιωνιότητα του μύθου. Εχει εκκενωθεί στον θρύλο» (George Steiner, «Errata», μτφ. Σεραφείμ Βελέντζας, Scripta, 2005).

Ξαναβρίσκει τον εαυτό του πλήρως μόνο μέσω του άλλου προσώπου. «Μεταξύ – του Οδυσσέα και της Πηνελόπης – υπάρχει, όχι μόνο ένας ιδιαίτερος, προσωπικός τόνος, που δεν τον βρίσκουμε συχνά στα αρχαία κείμενα, μια θέληση να ανακτήσουν όλους τους χρόνους και να τους υφάνουν μέσα στη γραφή, αλλά επίσης και μια “ομοφροσύνη”… το πιο σημαντικό πράγμα ανάμεσα σε μια γυναίκα και στον σύζυγό της, και το οποίο εκείνος γνώρισε στο πρόσωπο της Πηνελόπης, είναι η συμφωνία, η σύμπνοια ή η ταύτιση των πνευμάτων, του συστήματος αξιών τους, της εικόνας που έχουν για τη ζωή… Στο τέλος της ιστορίας ο χρόνος της αρχής συναντάει τον χρόνο του τέλους.

Πλαγιασμένοι καθώς είναι ο ένας πλάι στον άλλον, πριν αφεθούν στις ηδονές του έρωτα, λέει το κείμενο, η Αθηνά σταματάει το άρμα της Αυγής με σκοπό να παρατείνει λιγάκι τον χρόνο και να επιμηκύνει τη νύχτα. Ετσι, μέσα στην πληρότητα του έρωτα, ξανακερδίζοντας ο ένας τον άλλον, καθένας τους ξανακερδίζιε τον εαυτό του. Τώρα που βλέπει τον εαυτό του μέσα στα μάτια της Πηνελόπης – επειδή ένας Ελληνας ποτές δεν κοιτιέται στον καθρέφτη – , ο Οδυσσέας ανακτά πλήρως την ταυτότητά του, ένα μέρος της νιότης του… Ο χρόνος ξαναβρίσκεται» (Jean-Pierre Vernant, «Η Οδύσσεια», μτφ. Γεωργία Ζακοπούλου, εκδ. Πατάκη, 2013).

Σε όλο το έπος ο Τηλέμαχος εκπαιδεύεται. Αλλά σε μια ρωγμή της ομηρικής ιδιοφυΐας κάνει ένα λάθος. Και τότε η εκπαίδευση ολοκληρώνεται. Με μια αποτυχία. «Ο Ομηρος μάς λέει ότι ο νεαρός έχει κάνει την κρίσιμη, αυτή, στιγμή ένα παρ’ ολίγον μοιραίο λάθος: έχει αφήσει ανοιχτή την πόρτα της αποθήκης όπου οι Μνηστήρες φυλούν τα όπλα τους, κι έτσι καταφέρνουν να οπλιστούν και να αμυνθούν στην επίθεση του Οδυσσέα. Οταν ο Οδυσσέας μαθαίνει το θανάσιμο αυτό λάθος, θεωρεί ότι κάποιος από τους υπηρέτες – σύμμαχος των Μνηστήρων – τον έχει προδώσει. Ο Τηλέμαχος όμως παραδέχεται ότι το λάθος ήταν δικό του. Και είναι ενδιαφέρον ότι ο Ομηρος διακόπτει ακριβώς σ’ αυτό το σημείο την αφήγηση, κι έτσι δε μαθαίνουμε ποτέ την αντίδραση του πατέρα στο σφάλμα του γιου του… Αρα λοιπόν ίσως είναι η κορύφωση του θέματος της εκπαίδευσής του. Αναλαμβάνοντας την ευθύνη, αποδεικνύει πως είναι πια ενήλικας» (Ντάνιελ Μέντελσον, «Μια Οδύσσεια», μτφ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, εκδ. Πατάκη, 2018).

Ο Οδυσσέας είναι ο ήρωας που ζει ως άνθρωπος, κοινός. Μεγαλύτερη (λογοτεχνική) αρετή του δεν είναι η ηρωικότητα, αλλά η αληθοφάνεια της ανθρωπιάς του. «Σε ένα απόσπασμα του Συμποσίου, ο Πλάτων αφηγείται πώς οι ψυχές των μυθολογικών ηρώων, όταν πεθάνουν, επιλέγουν νέες μορφές ύπαρξης για τη μετεμψύχωσή τους. Ο Ορφέας προτιμά τον κύκνο, ο Θάμυρης το αηδόνι, ο Αγαμέμνων επιλέγει τον αετό και ο γελωτοποιός Θερσίτης τον πίθηκο. Οταν φτάνει η σειρά του Οδυσσέα, που ήταν τελευταίος, μας εξιστορεί o Πλάτων: “Η ψυχή του Οδυσσέα, που εκλήθη τελευταία, κατέφτασε για να επιλέξει. Ενθυμούμενος λοιπόν τις περασμένες του κακοτυχίες και χωρίς φιλοδοξίες πλέον, έψαχνε για μεγάλο χρονικό διάστημα, μέχρι που, στο τέλος, ανακάλυψε σε μια γωνιά, καταφρονεμένο, το ειρηνικό πεπρωμένο ενός κοινού θνητού, που όλες οι άλλες ψυχές είχαν παραμερίσει. Αναφώνησε λοιπόν αντικρίζοντάς το ότι, αν είχε να διαλέξει πρώτος, δεν θα επέλεγε τίποτε άλλο» (Χαβιέρ Ρεβέρτε, «Η καρδιά του Οδυσσέα», μτφ. Ελισάβετ Κελπερή, Πατάκη, 2002).

Keywords