Η έκρηξη και η αμηχανία

Η Γαλλία συγκλονίζεται από μια κοινωνική έκρηξη με επίκεντρο τα σχολεία, με τις μαθήτριες και τους μαθητές να κάνουν την Τρίτη 6 Οκτωβρίου επίδειξη δύναμης με την πολύ μεγάλη μαζικότητα των διαδηλώσεών τους, παρά τις επιδείξεις καταστολής από τη μεριά της γαλλικής κυβέρνηση που είχαν ως αποτέλεσμα εκατοντάδες τραυματισμούς μαθητών και εκπαιδευτικών. Η αντοχή των κινητοποιήσεων, η διεύρυνσή τους και η εντυπωσιακή υποστήριξη και αλληλεγγύη που έχουν από εκπαιδευτικούς και γονείς, καταδεικνύουν το βάθος της διαμαρτυρίας.

Οπως συμβαίνει πάντα με τέτοιες κινητοποιήσεις, η δυναμική της δεν προκύπτει απλώς από τα προβλήματα που αφορούν τις ελλείψεις προσωπικού, τη συντήρηση των σχολικών κτιρίων και τις αλλαγές στη διαδικασία πρόσβασης στην ανώτατη εκπαίδευση, αλλά και από ένα ευρύτερο αίσθημα δυσαρέσκειας και οργής που αφορά την αίσθηση ότι το μέλλον προβλέπει την ένταση της επισφάλειας και ήδη από τις αρχές του αιώνα αποτελεί τη βασική «υπόσχεση» προς τη νεολαία.

Όλα αυτά δεν είναι άσχετα με το γεγονός ότι η γαλλική κυβέρνηση – προϊόν η ίδια μιας πολιτικής διαπραγμάτευσης εν μέσω μιας βαθιάς πολιτικής κρίσης – έχει κατεξοχήν επιδοθεί στην προσπάθεια της εμπέδωσης μιας πολιτικής λιτότητας, με επίκληση εκτός των άλλων και της διόγκωσης του χρέους, που απειλεί να ξεθεμελιώσει τα όποια στοιχεία κοινωνικού κράτους έχουν παραμείνει σε ισχύ.

Αυτό ακριβώς εξηγεί γιατί μέχρι τώρα η βασική αντιμετώπιση υπήρξε πρωτίστως κατασταλτική, ακολουθώντας ένα μοτίβο που έχει χαρακτηρίσει όλες τις κυβερνήσεις στη διάρκεια της προεδρίας του Εμανουέλ Μακρόν – αρκεί να αναλογιστούμε την πρωτοφανή αθροιστική αστυνομική βία στη διάρκεια των κινητοποιήσεων των Κίτρινων Γιλέκων.

Όπως και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, της Ελλάδας μη εξαιρουμένης, η αντιμετώπιση των κοινωνικών δαπανών, της στήριξης των υποδομών και της αναδιανομής εισοδήματος ως απαράδεκτων μορφών δημοσιονομικής εκτροπής, συνδυάζεται με την αντιμετώπιση των κοινωνικών αντιδράσεων και διαμαρτυριών απλώς και μόνο υπό το πρίσμα της διατάραξης της τάξης, συχνά και έναν ευρύτερο στιγματισμό όσων επιλέγουν να διαμαρτυρηθούν.

Στην πραγματικότητα όλα αυτά αποτυπώνουν μια βαθύτερη στρατηγική αμηχανία. Μια ολόκληρη πολιτική και ιδεολογική «εργαλειοθήκη» που διαμορφώθηκε τις τελευταίες δεκαετίες και η οποία αντιμετώπισε την ιδιωτικοποίηση και τη δημοσιονομική πειθαρχία ως μονοδρόμους για την άσκηση πολιτικής, έχει φτάσει πια στα όριά της, αδυνατώντας και να απαντήσει στις απαιτήσεις των κοινωνιών και να μπορέσει να βγάλει τις μεγάλες οικονομίες έξω από την τρέχουσα συνθήκη στασιμότητας.

Αυτό έχει οδηγήσει σε έναν αυταρχισμό που δεν αποτελεί συγκυριακή αντίδραση, αλλά πολύ περισσότερο δομικό χαρακτηριστικό, με την αστυνομικά διασφαλισμένη «τάξη», έναντι όλων των «απειλών» (συμπεριλαμβανομένης της κατασκευής «εχθρών» στο πρόσωπο των μεταναστών), να γίνεται η μόνη υπόσχεση. Κάτι που σημαίνει ότι τέτοιου είδους μαζικές κοινωνικές κινητοποιήσεις και ο τρόπος που αναδιατυπώνουν αιτήματα κοινωνικής δικαιοσύνης είναι το πραγματικό πεδίο όπου μπορούν να διαμορφωθούν εναλλακτικές και απέναντι στην κρίση του «υπαρκτού νεοφιλελευθερισμού» και απέναντι στην άνοδο της Ακροδεξιάς.

Keywords