Η δυσπιστία δεν αρκεί

Η Ελλάδα εμφανίζει μια ανησυχητική απόσταση ανάμεσα στην αμφισβήτηση της πληροφορίας και στην επαλήθευσή της στα social media. Σύμφωνα με τη Eurostat, το 2025 στην Ελλάδα, μόλις το 9,8% των ατόμων ηλικίας 16–74 ετών δήλωσε ότι προσπάθησε να διασταυρώσει διαδικτυακές πληροφορίες με άλλες πηγές, έναντι 29,2% στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Η Ελλάδα καταγράφει τη χαμηλότερη επίδοση, ενώ στην Ιρλανδία το αντίστοιχο ποσοστό φθάνει το 63,6%.

Το εύρημα χρειάζεται προσεκτική ανάγνωση. Μετρά μια δηλωμένη συμπεριφορά, όχι την ικανότητα αναγνώρισης του ψεύδους ούτε την επιτυχία της διασταύρωσης. Δεν σημαίνει ότι εννέα στους δέκα Ελληνες πιστεύουν οτιδήποτε διαβάζουν. Αποτελεί, ωστόσο, ισχυρή ένδειξη ότι η ενεργή επαλήθευση χρειάζεται μεγαλύτερη θέση στην καθημερινή μας σχέση με την πληροφορία.

Οι «ΤΑΣΕΙΣ» της MRB προσθέτουν μία επιπλέον κρίσιμη ελληνική διάσταση. Τον Ιούλιο του 2026, το 22,1% εμπιστεύεται τα social media για την καλή εξέλιξη των πραγμάτων στη χώρα, ενώ το 42% δεν τα εμπιστεύεται. Αυτές οι επιδόσεις τα τοποθετούν στην 4η θέση εμπιστοσύνης από το τέλος μιας λίστας με 30 θεσμούς της χώρας. Η εμπιστοσύνη αυτή υποχωρεί από το 26,2% του Δεκεμβρίου 2017, με ενδιάμεσες διακυμάνσεις. Παράλληλα, ο μέσος όρος εμπιστοσύνης στους εξεταζόμενους θεσμούς και οργανισμούς συνολικά βρίσκεται στο 33%, (σήμερα) έναντι 39% (2017).

Η μέτρηση αυτή δεν αφορά ειδικά την αξιοπιστία των ειδήσεων. Αναδεικνύει, όμως, ένα περιβάλλον επιφυλακτικότητας. Το ερώτημα είναι εάν η επιφύλαξη μετατρέπεται σε έλεγχο. Η γενική δυσπιστία μπορεί να συνυπάρχει με την επιλεκτική αποδοχή μιας ανάρτησης, όταν αυτή συμφωνεί με τις πεποιθήσεις μας. Το «δεν εμπιστεύομαι τα μέσα» δεν εγγυάται ότι θα ελέγξω όσα κοινοποιεί ένας φίλος ή ένας σχολιαστής που με εκφράζει.

Εδώ αποκτά σημασία το συναισθηματικό υπόβαθρο της ελληνικής κοινωνίας. Στις ίδιες έρευνες («ΤΑΣΕΙΣ»), η οργή αυξάνεται από 41% τον Δεκέμβριο του 2019 σε 49,9% τον Ιούλιο του 2026, ενώ η ελπίδα υποχωρεί από 41,1% σε 28,2%. Δεν αποδεικνύεται ότι τα social media προκαλούν αυτές τις μεταβολές, ούτε ότι οι οργισμένοι πολίτες διασταυρώνουν λιγότερο. Διαμορφώνεται, όμως, ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο μια καταγγελτική αφήγηση μπορεί να προσφέρει την ανακούφιση της επιβεβαίωσης πριν υποβληθεί στον έλεγχο της τεκμηρίωσης.

Επομένως, η ανάγκη ενίσχυσης των ψηφιακών δεξιοτήτων υποστηρίζεται από τα ευρήματα, αλλά απαιτεί ουσιαστικό περιεχόμενο. Η ευχέρεια χρήσης μιας εφαρμογής δεν συνεπάγεται κριτική αξιολόγηση. Χρειάζονται πρακτικές δεξιότητες: αναζήτηση της αρχικής πηγής, έλεγχος ημερομηνίας και συμφραζομένων, διάκριση είδησης από άποψη, σύγκριση ανεξάρτητων τεκμηρίων. Πολλές αναρτήσεις που αντιγράφουν την ίδια ανεπιβεβαίωτη πληροφορία δεν αποτελούν πολλές επιβεβαιώσεις.

Η εκπαίδευση αυτή πρέπει να απευθύνεται σε όλες τις ηλικίες, μέσα από το σχολείο και τη διά βίου μάθηση. Παράλληλα, μέσα ενημέρωσης, πλατφόρμες και θεσμοί οφείλουν να διευκολύνουν τον έλεγχο με διαφανείς πηγές και ευδιάκριτες διορθώσεις. Η ευθύνη δεν εξαντλείται στον χρήστη. Πρόκειται για προτεραιότητα δημοκρατικής παιδείας, η οποία χρειάζεται συνέχεια, προσβασιμότητα και αξιολόγηση στην καθημερινή πράξη. Τα social media μπορούν να διευρύνουν τη συμμετοχή και να αναδείξουν παραμελημένες φωνές. Για να υπηρετήσουν αυτή τη δυνατότητα, χρειάζεται μια δημοκρατική συνήθεια: να ελέγχουμε ιδιαίτερα την πληροφορία που θα θέλαμε περισσότερο να είναι αληθινή.

Ο Δημήτρης Μαύρος είναι γενικός διευθυντής και μέλος του ΔΣ της MRB

Keywords