Η δημοκρατία αντεπιτίθεται

Κάτι μοιάζει να αλλάζει στην Ευρώπη. Τον τελευταίο χρόνο, σε τέσσερις εκλογικές αναμετρήσεις επικράτησαν φιλευρωπαϊκές πολιτικές δυνάμεις. Τον Μάιο του 2025 στη Ρουμανία εξελέγη ευρωπαϊστής πρόεδρος. Τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς στη Μολδαβία είχαμε την εκλογή φιλευρωπαίας προέδρου. Τον Απρίλιο του 2026 στην Ουγγαρία πανηγυρίσαμε την πανωλεθρία του αντιευρωπαίου Ορμπαν. Τον Ιούνιο του 2026 οι φιλευρωπαϊκές δυνάμεις επικράτησαν στην Αρμενία. Ολα αυτά σε συνέχεια των ευρωεκλογών του 2024, όπου οι φιλευρωπαϊκές ομάδες (Λαϊκό Κόμμα, σοσιαλδημοκράτες, φιλελεύθεροι και Πράσινοι) διατήρησαν την πλειοψηφία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Βέβαια, οι συνέπειες της μοιραίας χρονιάς του 2016, που σφραγίστηκε από το Brexit και την πρώτη εκλογή Τραμπ, συνεχίζουν να είναι υπαρκτές. Μπορεί όμως κανείς να υποστηρίξει ότι το 2016 ήταν η κορύφωση της λαϊκιστικής οπισθοδρόμησης και όχι η αφετηρία για συνέχιση των λαϊκιστικών τάσεων. Μπορεί κανείς να παρατηρήσει ότι το 2016 ήταν η δυσκολότερη χρονιά για τις φιλευρωπαϊκές δυνάμεις στη Δύση μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, αλλά χρειάζεται μια διάκριση: ήταν ίσως η χειρότερη χρονιά συμβολικά και ψυχολογικά, όχι απαραίτητα η χειρότερη ως προς τα τελικά πολιτικά αποτελέσματα.

Εκείνη την εποχή, πολλοί αναλυτές πίστεψαν ότι είχε ξεκινήσει ένα κύμα που θα οδηγούσε σε αποδυνάμωση της ΕΕ, σε νέες εξόδους κρατών από την Ενωση, σε νίκες κομμάτων όπως το National Rally στη Γαλλία, ή ακόμη και σε διάλυση της ευρωζώνης.

Ωστόσο, αν δούμε τι συνέβη μετά, η εικόνα είναι πιο σύνθετη. Για πολλούς Ευρωπαίους, το 2016 έμοιαζε με την αρχή μιας εποχής εθνικιστικής αναδίπλωσης. Από το 2017 και μετά συνέβησαν εξελίξεις που ανέκοψαν το κύμα: το 2017 εξελέγη ο Εμανουέλ Μακρόν στη Γαλλία, νικώντας τη Μαρίν Λε Πεν. Δεν ακολούθησε κανένα άλλο κράτος το παράδειγμα του Brexit. Η πανδημία οδήγησε στην κοινή ευρωπαϊκή χρηματοδότηση μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης. Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022 ενίσχυσε την ευρωπαϊκή συνοχή σε πολλούς τομείς. Το 2023 η Πολωνία επέστρεψε σε πιο φιλευρωπαϊκή πορεία. Το 2024 οι φιλευρωπαϊκές ομάδες διατήρησαν την πλειοψηφία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ετσι, η πιο ακριβής διαπίστωση ίσως είναι: το 2016 ήταν πιθανότατα η πιο δύσκολη και ανησυχητική χρονιά για τις φιλευρωπαϊκές δυνάμεις από το 1989 και μετά, επειδή τότε φάνηκε ότι ολόκληρη η πορεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης μπορούσε να ανατραπεί. Ομως, τα επόμενα χρόνια έδειξαν ότι η κρίση εκείνη ήταν περισσότερο ένα ισχυρό σοκ παρά μια μόνιμη στρατηγική ήττα.

Εάν κωδικοποιήσουμε τις ευρωπαϊκές χώρες σε τρεις κατηγορίες, φιλευρωπαϊκές, αμφιρρέπουσες και ευρωσκεπτικιστικές, θα δούμε ότι 15 χώρες ανήκουν στην πρώτη κατηγορία, 12 ανήκουν στη δεύτερη και μόνο μία, το Ηνωμένο Βασίλειο, που δεν είναι πλέον μέλος της ΕΕ, κατατάσσεται στην τρίτη κατηγορία.

Οι 16 χώρες με φιλευρωπαϊκή κυβέρνηση είναι: Γερμανία, Γαλλία, Ισπανία, Πορτογαλία, Ιρλανδία, Βέλγιο, Λουξεμβούργο, Ελλάδα, Δανία, Εσθονία, Λετονία, Λιθουανία, Μάλτα, Ουγγαρία, Κύπρος και Ρουμανία.

Οι 11 αμφιρρέπουσες είναι: Ιταλία, Σλοβακία, Σουηδία, Φινλανδία, Ολλανδία, Τσεχία, Αυστρία, Πολωνία, Βουλγαρία, Κροατία και Σλοβενία.

Αυτονόητο είναι ότι τα όρια ανάμεσα στη μια κατηγορία και την άλλη είναι ρευστά.

Είναι πολύ θετικό ότι τα δύο τρίτα των κρατών – μελών της ΕΕ είχαν κατά την τελευταία δεκαετία κυρίαρχες φιλευρωπαϊκές κυβερνήσεις, ενώ οι ευρωσκεπτικιστικές δυνάμεις πέτυχαν κυρίως να επηρεάσουν την ατζέντα και λιγότερο να ανατρέψουν τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό των χωρών τους.

Η Φιλελεύθερη Δημοκρατία δεν είπε ακόμα την τελευταία της λέξη.

Ο Πέτρος Παπασαραντόπουλος είναι διδάκτωρ Βαλκανικών Σπουδών, συγγραφέας και εκδότης

Keywords