Η αθανασία της κάθε ημέρας

Στον Χρήστο Β. Ντούμα

Οταν στα 1981 η ποιήτρια Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ συνάντησε στο Μπουένος Αϊρες τον Χόρχε-Λουίς Μπόρχες και τον ρώτησε σε ποιον θα ήθελε να μεταφέρει τους χαιρετισμούς του, επιστρέφοντας στην Ελλάδα, ο Μπόρχες της απάντησε: «Σε ποιον άραγε; Ο Ομηρος έχει πια πεθάνει».

Πρόκειται για μια στιχομυθία που σίγουρα έπειτα από σαράντα πέντε χρόνια – όσα έχουν μεσολαβήσει από το 1981 ως σήμερα – δεν θα υπάρχει κανείς που να τη θυμάται, όπως και τόσα άλλα αποφθεγματικά και ουσιαστικά που θα έχουν στο μεταξύ ειπωθεί, όχι μόνο στο Μπουένος Αϊρες, αλλά σε όλον τον κόσμο.

Αυτό το γεγονός δίνει σε όλους μας την ελευθερία να εκφραζόμαστε, σε σχέση με όσα θα θέλαμε να πούμε, με την ίδια παρρησία και με την ίδια τόλμη, με όσες τουλάχιστον τα διατυπώνει ένας δημιουργός που αν και αναγνωρίζει προβληματικό το μέλλον τους, μπορεί να ελπίζει σε κάποια μικρή διάρκεια των λεγόμενων του.

«Υπάρχει μια βαθύτερη δικαιοσύνη στον ύπνο και στον θάνατο», λέει ένας στίχος του Δημήτρη Ποταμίτη – κι αφού η απώτατη κατάληξη όσων λέγονται για να «μείνουν» και όσων εκφέρονται, επουλώνοντας ανάγκες της στιγμής, είναι η ίδια, δηλαδή ο αφανισμός, αυτομάτως η πιο βαθυστόχαστη ρήση φαίνεται να αποκτά μια ισοτιμία ακόμη και με έναν αναστεναγμό, με ένα «αχ», που κανείς δεν διανοήθηκε να καταχωρίζεται στα κιτάπια της Ιστορίας μαζί με τη συγκεκριμένη ταυτότητα του ανθρώπου που το ανέπεμψε.

Φαίνεται πως μιλάμε για έναν «λογαριασμό» που, αν και ελάχιστοι τον συνειδητοποιούν, τον ζει και τον απολαμβάνει το σύνολο σχεδόν των ανθρώπων, και μάλιστα με έναν τρόπο ανεξαγόραστα μυστικό. Ενας λογαριασμός, τελικά, που όσο προσωπικότερος γίνεται τόσο πιο ηδονικά απολαμβάνει κανείς την εξόφλησή του. Δεν παύει, ωστόσο, να παραμένει ένας λογαριασμός που, αν και φαινομενικά μοιάζει να αφορά την περιοχή της ψυχανάλυσης, η ποίηση τον διεκδικεί με πολύ πιο εντυπωσιακά αποτελέσματα. Καθώς η τέχνη αυτή δίνει ένα νόημα στον κόσμο, τόσο μεγαλύτερο και ουσιαστικότερο όσο παραμένει ο ίδιος ο άνθρωπος που το δημιουργεί με τη σκέψη του και το αίσθημά του, ενώ ο ίδιος ο κόσμος, όσο και αν τον ψάξεις δεν φαίνεται να διαθέτει το νόημα αυτό.

Σίγουρα τα πράγματα που μας περιβάλλουν, μας υπαγορεύουν «αξίες» και «συμπεριφορές», παραμένει όμως ασύγκριτη η σημασία που αποκτούν τα πράγματα χάρη σε μας τους ίδιους, φτάνει να σκεφτούμε πως με τα ίδια ακριβώς «υλικά» που φτιάχνουμε την ζωή μας με τα ίδια ακριβώς την καταστρέφουμε. Μένει κατάπληκτος αν συλλογιστεί κανείς πως η τόσο ποθητή έννοια της αθανασίας, η εξ ορισμού αποκλεισμένη για όλους μας, μπορεί να κατορθωθεί στο επίπεδο της κάθε ημέρας με μια σκέψη, με έναν λόγο, με μια πράξη, που αν και φαίνεται να μην έχουν κανένα αντίκρισμα, στην πραγματικότητα τα επιχειρεί κανείς όπως ακριβώς θα το έκανε αν ήξερε πως θα «μείνουν» για πάντα.

Ετσι ώστε τον διάλογο ανάμεσα σε δύο φίλους σε μια υπαίθρια καφετέρια, με τον έναν να εξομολογείται πως μετά τον θάνατο του πατέρα του, εδώ και είκοσι χρόνια, κάθε Κυριακή πρωί αφού έχει σχολάσει η Εκκλησία, πηγαίνει στον περίβολό της και κάθεται για μισή ώρα στο ίδιο ακριβώς παγκάκι που καθόταν ο γεννήτοράς του, ώστε να επικοινωνεί αμεσότερα μαζί του, να τον αισθανόμαστε, σύμφωνα με όσα είπαμε ήδη, προορισμένο, αν και δεν πρόκειται να τον πληροφορηθεί κανείς άλλος, να σταδιοδρομεί μέσα στον κόσμο όσο και η φράση του Ζαν-Μαρί Λε Κλεζιό που και αυτή είναι πλέον αμφίβολο αν υπάρχουν κάποιοι να τη θυμούνται: «Τώρα είμαι η σταγόνα που με τον θάνατό μου θα ξαναγυρίσει στον ωκεανό».

Keywords