Φαντάσματα

Ποια ιστορία αφηγείται η Βρετανία στον εαυτό της για το Brexit, δέκα χρόνια μετά το δημοψήφισμα που άλλαξε τη χώρα; Στην τηλεόραση ή στις εφημερίδες θα βρείτε μια από τις δύο οπτικές γωνίες: από τον χώρο της πολιτικής ή από εταιρικές αίθουσες συνεδριάσεων.

Η πρώτη ιστορία αφορά φιλαράκια και το πώς τσακώνονται – με πιο πρόσφατο παράδειγμα το νέο ντοκιμαντέρ του BBC «Brexit: ένας πολύ βρετανικός εμφύλιος πόλεμος». Στη δεύτερη, στελέχη θρηνούν για τη ζημιά στο ΑΕΠ και αναρωτιούνται αν το ευρωπαϊκό μπλοκ θα μας επιτρέψει κάποτε να επιστρέψουμε. Το Brexit, βλέπετε, αφορά το εμπόριο και συμβόλαια.

Αυτό που λείπει εντελώς και από τις δύο ιστορίες είναι οι δρόμοι. Εκείνοι οι βροχεροί δρόμοι έξω από τα εκλογικά τμήματα, όπου στις 23 Ιουνίου 2016 οι άνθρωποι περίμεναν στην ουρά, πολλοί από αυτούς πρώτη φορά έπειτα από χρόνια. Η ισχνή πλειοψηφία που ψήφισε υπέρ της αποχώρησης δεν το έκανε απαραίτητα επειδή ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για την EE, αλλά ως μέρος μιας μαζικής ψήφου διαμαρτυρίας κατά του κατεστημένου.

«Σας ακούμε!» είπε τότε ένας πολιτικός, ονόματι Αντι Μπέρναμ, ο οποίος είχε μόλις χάσει στη δεύτερη προσπάθειά του να γίνει ηγέτης των Εργατικών.

Είναι αυτή η ιστορία του Brexit – των δρόμων – που είναι μακράν η σημαντικότερη από τις τρεις. Διαμορφώνει άμεσα πλέον την πολιτική μας. Μπορεί κανείς να χαράξει μια ξεκάθαρη γραμμή μεταξύ του στασιαστικού κλίματος εκείνου του καλοκαιριού και των χθεσινών αναπληρωματικών εκλογών στο Μέικερφιλντ, όπου το 2016 σχεδόν δύο στους τρεις ψηφοφόρους είχαν ψηφίσει υπέρ της αποχώρησης από την ΕΕ.

Πριν από δέκα χρόνια, μάθαιναν να εκφράζουν τη δυσπιστία τους απέναντι στο δικομματικό σύστημα. Τώρα, στο Μέικερφιλντ, ούτε ένας υποψήφιος στα ψηφοδέλτια δεν υποστηρίζει τον πρωθυπουργό. Τα Reform UK και Restore Britain, δύο ακροδεξιά κόμματα που δεν υπήρχαν καν πριν από λίγα χρόνια, έχουν πολλές ψήφους.

Σήμερα, πρόκειται για «καθαρά ψυχρή οργή». Ο εξτρεμισμός υπήρχε πάντοτε, αλλά το Γουέστμινστερ και η οικονομία της πληροφορίας τού επέτρεψαν να γίνει κυρίαρχο ρεύμα. Σε έρευνα της οργάνωσης Hope Not Hate, οι συμμετέχοντες ρωτήθηκαν αν «η βία μπορεί να είναι απαραίτητη για να υπερασπιστεί κανείς κάτι στο οποίο πιστεύει σθεναρά»: το 29% συμφώνησε.

Αντί να αντιμετωπίσει τα οικονομικά και κοινωνικά αίτια αυτής της δυσαρέσκειας, το Γουέστμινστερ άφησε τον Νάιτζελ Φάρατζ (φωτογραφία) του Reform UK να τη μετατρέψει σε εθνοτική μνησικακία. Ακόμη και τώρα, η επανεκκίνηση του Στάρμερ με την ΕΕ απευθύνεται αποκλειστικά στις «αίθουσες συνεδριάσεων».

Aυτό που άρχισε πριν από δέκα χρόνια ως μια εξέγερση κατά των ελίτ συνεχίζεται, με ένα πολιτικό κατεστημένο να κυνηγάει τους ψηφοφόρους του, φοβούμενο ότι θα παραγκωνιστεί.

Keywords