Ευρωπαϊκή ισχύς άνευ αφηγήματος;

Η εποχή κατά την οποία η Ευρώπη μπορούσε να ευημερεί χωρίς να σκέφτεται με όρους ισχύος έχει παρέλθει. Ο παρατεταμένος πόλεμος στην Ουκρανία, ο κλονισμός της διατλαντικής εμπιστοσύνης, η άνοδος της Κίνας, ο τεχνολογικός ανταγωνισμός, η ενεργειακή ανασφάλεια και η κλιματική κρίση δεν είναι παράλληλες προκλήσεις. Συνθέτουν έναν ιδιότυπο «θαυμαστό καινούργιο κόσμο» όπου η παγκόσμια αλληλεξάρτηση δεν λειτουργεί μόνο ως γέφυρα συνεργασίας, αλλά εργαλειοποιείται συχνά ως μέσο πίεσης και εξαναγκασμού. Η δυναμική αυτή θυμίζει τον κυνισμό του θουκυδίδειου διαλόγου Αθηναίων και Μηλίων, όπου η ασύμμετρη ισχύς περιορίζει δραματικά τον χώρο του δικαίου.

Για δεκαετίες, η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση στηρίχθηκε στην πεποίθηση, ή στο βολικό αφήγημα, ότι οι ανοικτές αγορές, οι κανόνες του διεθνούς δικαίου και η αμερικανική εγγύηση ασφάλειας θα επέτρεπαν στην Ευρώπη να ευημερεί με περιορισμένη γεωπολιτική έκθεση. Σήμερα η Realpolitik επιστρέφει ως βασική συνθήκη ενός διεθνούς συστήματος όπου η σκληρή ισχύς, οι στρατηγικές εξαρτήσεις και η δυνατότητα επιβολής καθορίζουν ξανά τις εξελίξεις. Ισχυρά κράτη χρησιμοποιούν πλέον τα κομβικά σημεία της παγκοσμιοποίησης για να πιέσουν οικονομικά, ενεργειακά ή τεχνολογικά τους αντιπάλους τους.

Σε αυτό το περιβάλλον, η Ευρωπαϊκή Ενωση καλείται να βρει τη φωνή της. Διαθέτει ένα μοναδικό κεκτημένο, τη σύνδεση αγοράς, δημοκρατίας, κοινωνικής προστασίας, δικαιωμάτων και κράτους δικαίου. Αυτή είναι η βάση της ευρωπαϊκής ήπιας ισχύος. Η ήπια ισχύς, όμως, αποδυναμώνεται όταν δεν συνοδεύεται από οικονομική, τεχνολογική, ενεργειακή και αμυντική αυτονομία.

Ο κατακερματισμός των κεφαλαιαγορών, η βραδύτητα των ευρωπαϊκών διαδικασιών, οι ασυντόνιστες βιομηχανικές στρατηγικές και τα διοικητικά εμπόδια στερούν από την Ενωση την κλίμακα που χρειάζεται. Η Ενιαία Αγορά δεν είναι απλώς ένας κοινός οικονομικός χώρος. Είναι το κατεξοχήν εργαλείο προβολής ισχύος της ΕΕ στον σύγχρονο κόσμο.

Ανάλογη προσοχή απαιτείται και στο πεδίο της ανταγωνιστικότητας· εάν αποτελέσει πρόσχημα για την απορρύθμιση της αγοράς, το μόνο που θα επιτύχει θα είναι η τροφοδότηση της κοινωνικής ανασφάλειας. Η βιώσιμη ανάπτυξη προϋποθέτει ότι οι πολίτες γίνονται μέτοχοι των οφελών της και ότι το κόστος των μεγάλων δομικών μεταβάσεων επιμερίζεται με όρους κοινωνικής δικαιοσύνης.

Παράλληλα, το κράτος δικαίου, η δημοκρατική λογοδοσία και τα θεσμικά αντίβαρα δεν είναι πολυτέλειες. Είναι προϋποθέσεις κοινωνικής συνοχής και αξιοπιστίας. Οι δημοκρατικές δυνάμεις δεν μπορούν να διαπραγματεύονται αυτές τις θεμελιώδεις αρχές στον ελάχιστο κοινό παρονομαστή, ούτε να ανέχονται αυταρχικές πρακτικές στο όνομα πρόσκαιρων πολιτικών αποτελεσμάτων.

Η πολυεπίπεδη κρίση της Ευρώπης – οικονομική, ενεργειακή, θεσμική και γεωπολιτική – ανάγεται σε μια υπαρξιακή σύγκρουση: μια μάχη ιδεών για την επικράτηση του κυρίαρχου αφηγήματος που θα σφραγίσει το μέλλον της. Οι λαϊκίστικες δυνάμεις συχνά προσφέρουν ένα απλό αφήγημα φόβου, εθνικής αναδίπλωσης και κατασκευής εχθρών. Οι δημοκρατικές δυνάμεις οφείλουν να αρθρώσουν έναν λόγο καθαρό, κατανοητό και συγκεκριμένο, ένα σχέδιο που συνδέει την ισχύ με την ελευθερία, την ασφάλεια με τη δικαιοσύνη και την ανταγωνιστικότητα με την κοινωνική συνοχή. Ποιο είναι, λοιπόν, το δικό τους αφήγημα για το μέλλον της Ευρώπης;

Ο δρ Απόστολος Σαμαράς είναι διδάκτωρ Ευρωπαϊκού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, δικηγόρος και ερευνητής στο Ελληνικό Ιδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ)

Keywords