Εμπόριο τοξικότητας

Η εισαγωγή της λέξης «τοξικότητα» στο πολιτικό μας λεξιλόγιο είναι πρόσφατη. Στα τέλη του 20ου αιώνα, τα δύο βασικά λεξικά αναφοράς για τη νέα ελληνική γλώσσα ανέφεραν μόνο την κυριολεκτική σημασία σε σχέση με τοξικές ουσίες. Ωστόσο, το τελευταίο διάστημα είναι η κυβέρνηση, του πρωθυπουργού προεξάρχοντος, που κατεξοχήν χρησιμοποιεί αυτή την έννοια, για να απαξιώσει σχεδόν οποιαδήποτε κριτική δέχεται το κυβερνητικό έργο, είτε αυτή έρχεται από τις πολιτικές δυνάμεις της αντιπολίτευσης είτε από μεγάλα κινήματα διαμαρτυρίας, αλλά και κάθε αναφορά στα υπό διερεύνηση κυβερνητικά σκάνδαλα.

Βεβαίως αυτή η απαξιωτική χρήση της έννοιας της «τοξικότητας», για να περιγραφούν οι καταγγελίες για την αδυναμία της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει την κρίση κόστους ζωής ή για τα φαινόμενα ενδημικής διαφθοράς και διασπάθισης δημόσιων και ευρωπαϊκών πόρων από κυβερνητικά στελέχη, δεν έχει εμποδίσει τη Νέα Δημοκρατία να έχει η ίδια προχωρήσει σε ένα είδος πολιτικής πολεμικής που δεν εντάσσεται ακριβώς στη «μη τοξικότητα». Αρκεί να αναλογιστούμε την επίμονη απαξιωτική αναφορά σε όποιον αναδεικνύει τις κυβερνητικές ευθύνες για το σκάνδαλο των υποκλοπών ή του ΟΠΕΚΕΠΕ, ως συνωμοσιολόγου ή «ψεκασμένου», τις κατηγορίες κατά της Αριστεράς εν γένει ως παράταξης που παραδοσιακά υποθάλπει τη βία και δυνητικά την τρομοκρατία, ή πιο πρόσφατα την επιλογή του υπουργού Υγείας να κατηγορήσει τον πρώην πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα για χρηματισμό, κατηγορία από την οποία ακόμη και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος αναγκάστηκε να κρατήσει αποστάσεις.

Όλα αυτά θα είχαν μικρή σημασία, εάν ήταν απλώς ενδείξεις της αναπόφευκτης πόλωσης μιας προεκλογικής εκστρατείας σε πλήρη εξέλιξη. Ομως το πρόβλημα είναι ότι αποτυπώνουν μια συνολικότερη δυσανεξία απέναντι σε κάθε μορφής διαμαρτυρία και αμφισβήτηση της κυβερνητικής πολιτικής. Είναι ως εάν η κυβέρνηση να θεωρεί ότι δεν είναι υποχρεωμένη να προσφέρει οποιαδήποτε λογοδοσία, εξήγηση, απολογία για το κυβερνητικό έργο, ακριβώς γιατί μόνο αυτή η παράταξη δικαιούται να κυβερνά, μια που όλες οι άλλες έχουν απεμπολήσει κάθε εχέγγυο κυβερνησιμότητας.

Μόνο που η κυβέρνηση δεν περιορίζει αυτό το κριτήριο κυβερνησιμότητας αποκλειστικά και μόνο σε κάποιες πολιτικές παρατάξεις. Η ρητορική της περί τοξικότητας κι εκ προοιμίου αδυναμίας λήψης ορθών πολιτικών αποφάσεων αφορά και τις κοινωνικές δυνάμεις που η αντιπολίτευση εκπροσωπεί, ουσιαστικά την πλειοψηφία της κοινωνίας, που αυτή τη στιγμή είναι βαθιά δυσαρεστημένη με τον πυρήνα της κυβερνητικής πολιτικής και στρατηγικής. Αυτό είναι ίσως το βασικότερο πρόβλημα με αυτή τη συνειδητά διχαστική πολιτική της κυβέρνησης. Γιατί μπορεί να μη χωρίζει πια την κοινωνία σε εθνικώς και αντεθνικώς σκεπτόμενους και δρώντες, όπως έκανε η μετεμφυλιακή Δεξιά, όμως στην πράξη τη διαχωρίζει ανάμεσα σε ένα τμήμα που μπορεί και σκέπτεται ορθολογικά και με βάση το εθνικό συμφέρον και το οποίο δικαιούται να εκλέγει κυβέρνηση – παρότι σαφώς μειοψηφικό – κι ένα τμήμα που είναι ανορθολογικό και «τοξικό», και άρα η γνώμη του δεν μετράει το ίδιο. Οχι ακριβώς ο ορισμός της δημοκρατίας…

Keywords