Bon pour l’ Οrient 2.0

Το 19ο αιώνα, όταν φοιτητές από τις αποικίες ή από την Οθωμανική Αυτοκρατορία πήγαιναν να σπουδάσουν στα γαλλικά πανεπιστήμια, δεν τους έβαζαν στα ίδια προγράμματα με τους Γάλλους ή τους άλλους Δυτικούς. Είχαν λιγότερα μαθήματα, ευκολότερς εξετάσεις και στο τέλος τους έδιναν ένα υποδεέστερο πτυχίο που έγραφε επάνω «bon pour l’ Orient». Για τις σημερινές μας αντιλήψεις – όσο ακόμη αντέχουν – το αλαζονικό και υποτιμητικό «κατάλληλο για την Ανατολή» θα ήταν αδιανόητο. Δεν υπάρχουν πτυχία «bon pour l’ Orient». Υπάρχουν όμως τέτοιας κατηγορίας πανεπιστήμια.

Στα μέσα Αυγούστου, το Συμβούλιο

της Επικρατείας ακύρωσε τις άδειες λειτουργίας όλων – πλην ενός – των «μη κρατικών» πανεπιστημίων που ξεκίνησαν να λειτουργούν στην Ελλάδα μετά τη νομότυπη (και αποδεκτή από το ΣτΕ) ευρωπαϊκή παρακαμπτήριο της ρητής συνταγματικής απαγόρευσης. Ηδη, η κατάφωρη παραβίαση του άρθρου 16 – που θα έπρεπε να έχει καταργηθεί από χρόνια – ήταν μια ακόμη απόδειξη ότι η χώρα προτιμάει να διορθώνει τις στρεβλώσεις με νέες, μεγαλύτερες στρεβλώσεις, κυρίως επειδή λείπει η στοιχειώδης πολιτική γενναιότητα ανάληψης του κόστους για την ειλικρινή αντιμετώπισή τους. Αλλά αυτό είναι ήδη μια παλιά ιστορία.

Χάρη σε ένα καθηγητή της Νομικής, τον κ. Λαζαράτο, που προσέφυγε, το ΣτΕ διαπίστωσε ότι δεν είχε επιβεβαιωθεί η επάρκεια των κτιριακών τους εγκαταστάσεων, ότι υπάρχει υπόνοια μεροληψίας στην αδειοδότηση και, προπάντων, ότι τα στοιχεία της απόφασης με την οποία πιστοποιήθηκαν τα προγράμματα σπουδών «δεν συνιστούν συγκεκριμένα ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια», όπως προβλέπει ο νόμος. Το χειρότερο όμως ήταν η αντίδραση του υφυπουργού Παιδείας (δυστυχώς πανεπιστημιακού), ο οποίος διαβεβαίωσε ότι «δεν θα χαθεί η χρονιά για κανένα φοιτητή». Πώς το ξέρει; Επειδή θα φροντίσει ο ίδιος. Σε μια επίδειξη βαθύτατου λαϊκισμού, τον οποίο υποτίθεται πως μάχεται η κυβέρνηση, επιστρατεύεται η υποτιθέμενη υπεράσπιση των εγγεγραμμένων ως μέσο πίεσης. Στόχος,  να καλυφθεί η ανεπάρκεια του ίδιου του υπουργείου και των πανεπιστημιακών επιχειρήσεων, τη λειτουργία των οποίων η κυβέρνηση θέλει να προβάλει ως μεταρρυθμιστικό της επίτευγμα. Η πραγματικότητα, όμως, είναι πιο αυστηρή και δυσάρεστη.

Πρώτον, όταν εξελισσόταν η σχετική δημόσια συζήτηση θα ερχόταν στην Ελλάδα το Χάρβαρντ, η Σορβόννη και ανάλογης περιωπής ιδρύματα, προσελκύοντας και ξένους φοιτητές. Στην πράξη, ήρθαν μόνο σχολές για να απορροφήσουν όσους έλληνες μαθητές δεν κατάφεραν να εισχαθούν στις αντίστοιχες των δημοσίων πανεπιστημίων. Δεύτερον, θεωρητικά τα ιδρύματα αυτά θα ήταν «μη κερδοσκοπικά», επειδή φοβόμαστε τη λέξη «ιδιωτικά». Αρκεί κανείς να σκεφθεί ότι το παραπάνω ίδρυμα λειτουργεί σε συνεργασία με όμιλο ιδιοκτησίας διεθνούς επενδυτικού κολοσσού, εξ ορισμού κερδοσκοπικού. Και, τέλος, το υπουργείο Παιδείας είναι επόπτης και όχι υπηρεσία για τα θελήματα των πανεπιστημιακών επενδυτών.

Αφού πανεπιστήμια ιδιωτικά, μη κρατικά και δημόσια λειτουργούν παντού, αυτό θα συνέβαινε και στην Ελλάδα. Θα μπορούσε να συμβεί αλλάζοντας το Σύνταγμα, χωρίς να το εξευτελίσουμε. Και το μόνο που θα χρειαζόταν είναι μια πραγματική, ουσιαστική πιστοποίηση της επάρκειας των υποδομών και των προγραμμάτων σπουδών. Αντί για αυτό εγκαθίσταται μια βιομηχανία πτυχίων είτε από ανυπόληπτους φορείς, είτε από πανεπιστήμια που είδαν στην Ελλάδα μια ευκαιρία να χρηματοδοτήσουν την πραγματική τους λειτουργία στην έδρα τους. Αυτή η εικόνα ναρκοθετεί και τις λίγες εξαιρέσεις που θα μπορούσαν να χτίσουν μια πολύ χρήσιμη μη κρατική, μη κερδοσκοπική τριτοβάθμια εκπαίδευση. Σε όσους υπερασπίστηκαν για χρόνια, ως μειοψηφία τότε, την ανάγκη να τερματιστεί το κρατικό μονοπώλιο στα ΑΕΙ, αυτή η κατάντια αφήνει μια πικρή γεύση. Ολες οι μεταρρυθμίσεις, ακόμη και οι πιο ώριμες, μπορούν να συκοφαντηθούν από την εφαρμογή τους. Κατά τα άλλα, καλή σχολική χρονιά σε όλους.

Keywords
Τυχαία Θέματα