Αλλο «διαχείριση», άλλο «όραμα»

Οσο περισσότερο χρησιμοποιείται μια λέξη υψηλού περιεχομένου τόσο περισσότερο απομακρύνεται η υλοποίησή της. Και γίνεται σχεδόν αδύνατη η υλοποίηση, όταν διογκώνεται σε βαθμό ανεξέλεγκτο ο αριθμός των ανθρώπων που τη μετέρχονται. Σάμπως η συχνή και αλόγιστη χρήση της κάνει τον καθένα που τη χρησιμοποιεί να τη φαντάζεται πραγματοποιημένη, μόνο και μόνο γιατί την αρθρώνει.

Ενώ, αντίθετα, το μέτρο και η οικονομία στη χρήση της θα δημιουργούσε έναν θετικότερο προβληματισμό ως προς τη δυνατότητα όχι μόνον να ακούγεται, αλλά και να πάρει σάρκα και οστά, κυρίως ως ζητούμενο ενός συνόλου ανθρώπων. Μια τέτοια κακοπαθημένη λέξη είναι η λέξη «όραμα» – σίγουρα τις τελευταίες δεκαετίες, όσο μπορούμε να ελέγξουμε, αλλά και από πολύ πιο πριν, αν στηριχθούμε σε σοβαρές γραπτές μαρτυρίες.

Aκούσαμε πριν από λίγες μέρες από μια βουλευτή του ΠΑΣΟΚ, σε πολιτική τηλεοπτική εκπομπή, να επαναλαμβάνει με επίταση πως «ένας πολιτικός πρέπει να έχει «όραμα». (Τώρα γιατί άραγε μόνον ο πολιτικός, αυτό είναι ένα άλλο θέμα). Και μάλιστα, μ’ ένα τόσο αδιαπραγμάτευτο ύφος, σα να είχε ανακαλύψει, όπως λέγαμε παλιά, την πυρίτιδα.

Χωρίς, επιπλέον, να σκιάζει την απόφανσή της μια διερώτηση του τύπου πως το «μαγικό ραβδί» του οράματος δεν είχε λειτουργήσει, αν και τόσα στόματα, άλλοτε γλυκά, άλλοτε προτρεπτικά, άλλοτε επιθετικά ή βαρύγδουπα, με σωτηριολογική πρόθεση, το είχαν επισώσει. Δεν αποκλείεται βέβαια η συγκεκριμένη βουλευτής να πιστεύει πως η λέξη «όραμα», παρέμεινε ως τα σήμερα άσφαιρη, γιατί όσοι είχαν εξαγγείλει την ανάγκη της δεν διέθεταν το δικό της κύρος, ενώ τώρα η προοπτική της υλοποίησής της διαγράφεται βέβαια.

Επομένως, μπαίνει κανείς στον πειρασμό να ρωτήσει τη συγκεκριμένη βουλευτή ως κομίστρια μιας τόσο ευρηματικής δεοντολογικής προτροπής όπως «ο πολιτικός πρέπει να έχει όραμα», πώς ακριβώς εννοεί τη λέξη «όραμα». Αν κρίνει κανείς από το σύνολο των λεγομένων της θα πρέπει να εννοεί ως όραμα την ύπαρξη ενός αποτελεσματικότερου κράτους δικαίου, τη δικαιότερη κατανομή του πλούτου, την πάταξη της ακρίβειας, την έκλειψη του φαινομένου των υποκλοπών και πάει λέγοντας.

Δεν αποκλείεται, η τόσο μαχητική αυτή βουλευτής, να μην αντιλαμβάνεται μέσα στον αποστολικό της οίστρο την «πλαστογράφηση» της λέξης όραμα που συντελείται και που παραμένει η πηγή μιας κακοδαιμονίας σε όλα τα επίπεδα της πολιτικής ζωής.

Οταν δηλαδή απλά, σύνθετα και εξαιρετικώς ακόμη περίπλοκα διαχειριστικά προβλήματα της δημόσιας ζωής, που ο κάθε πολιτικός κόπτεται προκειμένου να θεωρηθεί επαρκής ώστε να του ανατεθούν, χαρακτηρίζονται ως «όραμα», είναι σαν να του αναγνωρίζεται προκαταβολικά ένα ελαφρυντικό στην περίπτωση που δεν ανταποκριθεί με επιτυχία στην αντιμετώπιση αυτών των διαχειριστικών προβλημάτων.

Καθώς οποιοσδήποτε άνθρωπος, όχι μόνον ο πολιτικός, που δεν κατορθώνει να υλοποιεί το όραμά του, μπορεί εύλογα να εκτιμηθεί ακόμη και ως μια δραματικά διαψευσμένη ύπαρξη. Σ’ αντίθεση με κείνον που τα θαλάσσωσε ακόμη και σε δύσκολα διαχειριστικά προβλήματα, κι επομένως μόνον ως αποτυχημένος μπορεί να λογαριαστεί.

Βέβαια έχει γίνει «κανόνας» και «παράδοση», πια, μεγάλος αριθμός πολιτικών να θεωρούν τις λέξεις ως ένα τόσο εύπλαστο υλικό ώστε να μετακινούνται από το ένα κόμμα στο άλλο και παρά τις, αν όχι αβυσσαλέες, πολύ μεγάλες ωστόσο διαφορές που τα χαρακτηρίζουν, να επιμένουν με τις ίδιες ακριβώς λέξεις να πείσουν, όχι πια για τις μετακινήσεις τους, αλλά για μιαν «ορθότητα», που, ενώ λίγο πριν τη μέμφονταν, τώρα την εξυμνούν.

Keywords