Αλλες λέξεις, ίδια ήθη

Σε πολύ παλιές εποχές – δηλαδή πριν από καμιά σαρανταριά χρόνια που, στην καθημερινότητά μας, ισούνται με μια αιωνιότητα – οι άνθρωποι, στη θάλασσα, φορούσαν μπανιερά. Και οι γυναίκες μπουρνούζια, δηλαδή πετσετέ φορέματα, πάνω από τα μπανιερά.

Τα πιτσιρίκια που δεν είχαν μάθει ακόμη μπάνιο φορούσαν κουλούρες, συχνά με κεφάλι πάπιας μπροστά για να πιάνονται (ή, στην πιο οικονομική εκδοχή τους, σαμπρέλες από ρόδες αυτοκινήτου). Και κολυμπούσαν. Ωστόσο, όταν τις προάλλες ρώτησα εννιάχρονο πιτσιρικά αν θα κολυμπήσει, φαντάστηκε κάτι που δεν ξέρω ακριβώς τι, αλλά σχετικό με τις δύο πρώτες συλλαβές της λέξης, πάντως ουδεμία σχέση με μπάνιο στη θάλασσα.

Κουλούρες έχω να δω πολλά χρόνια στις ελληνικές παραλίες, τώρα φοράνε μπρατσάκια, πέρασε ευτυχώς η μόδα με τους γιγάντιους φουσκωτούς μονόκερους, τα φλαμίνγκο και τα άλλα θαλάσσια τέρατα. Ουδείς μιλάει πλέον για μπανιερά και τα μπουρνούζια τα λένε φορέματα παραλίας και είναι εντελώς αραχνοΰφαντα (σι θρου λεγόταν κάποτε αυτό) ή από πολύ αραιή δαντέλα.

Για τα τέως μπανιερά, νυν μαγιό θα μπορούσα να γράψω πάρα πολλές λέξεις. Διότι από εκεί που νόμιζα ότι θα καταργηθούν όταν το μπικίνι έγινε μονοκίνι (πολύ παλιός όρος κι αυτός) με προοπτική να καταλήξει σε «τιποτίνι», άρχισαν να εμφανίζονται μαγιό… ζιβάγκο και με μακριά μανίκια. Οχι, δεν μιλάω για τα μπουρκίνι που είναι η μπούρκα σε μαγιό αλλά για μια τάση που προέκυψε όταν απαρνηθήκαμε την ηλιοθεραπεία και την Κοκό Σανέλ που την επέβαλε ως trend και τρέμουμε μη μας δει ο ήλιος και χαλάσει την ομορφάδα μας.

Αλλά ακόμη και τα συμβατικά μαγιό, αν τα παραγγείλεις στο Διαδίκτυο, έχουν πολλές και ποικίλες προδιαγραφές. Το ένα ανορθώνει το στήθος, το άλλο «μαζεύει» την κοιλιά, το παράλλο σμιλεύει τη σιλουέτα. Παράγγειλα κι εγώ ένα να με σμιλέψει, περί κανονικού, ασφυκτικού κορσέ επρόκειτο, αγκομάχησα για να το βάλω, κατέβασα ό,τι βρισιά ξέρω κατά την προσπάθεια, έσπασα δύο νύχια, ξαναέβρισα τον κατασκευαστή και το ηλίθιο μυαλό μου, ε, τελικά μια που το δοκίμασα, μια που δεν το ξαναέβαλα.

Θέλω να πω ότι ολοένα εφευρίσκουμε καινούργιες λέξεις για να (ξανα)βαφτίσουμε τα ίδια ή παρόμοια πράγματα. Διότι έτσι νομίζουμε ότι τους δίνουμε νέα ζωή. Και περισσότερη ζωή σε εμάς τους ίδιους. «Είναι το μάρκετινγκ, ηλίθια» ακούω κάποιον να μου φωνάζει από ψηλά. Και έχει δίκιο. Το μάρκετινγκ των ηθών και των εθίμων μας που ξέρει να εκμεταλλεύεται τη νοσταλγία, χωρίς όμως να της παραδίδεται. Κάπως έτσι δεν επανήλθαν στη μόδα τα απαξιωμένα κάποτε από τους νέους πανηγύρια;

Σε κάποιες περιπτώσεις βέβαια το πράγμα ξεφεύγει. Πώς κάποτε οι νεόπλουτοι μιλούσαν για τα υπερπολυτελή ξενοδοχεία όπου περνούσαν τις διακοπές του; Ε, τώρα που είναι της μόδας το αλτέρνατιβ, ξενοδοχεία προσφέρουν (υπερτιμολογημένο) το bostani experience. Μια ψευδαίσθηση μποστανιού δηλαδή λόγω καρό τραπεζομάντιλων και εικαστικών παρεμβάσεων με καλάθια γεμάτα ζαρζαβατικά. Αντε και καμιά επίσκεψη σε κανονικό μποστάνι όπου όλα φαίνονται ειδυλλιακά. Πού να τους άκουγε η θεία μου η Κατίγκω, η οποία ιδροκοπάει να φέρει βόλτα το μποστανάκι της, θα τους έπαιρνε με το σκουπόξυλο. Η θεία Κατίγκω αυτά. Οι άλλοι πώς θα νιώσουν τα summer vibes χωρίς bostani experience;

Ενα καρπάτσιο, μα τι καρπάτσιο

Είναι, σου λέει, το νέο τρεντ που κάνει θραύση στα αθηναϊκά εστιατόρια. Το καρπάτσιο ντομάτας. Το καρπάτσιο (επινόηση του Τζουζέπε Τσιπριάνι, ιδρυτή του Harry’s Bar στη Βενετία) είναι λεπτοκομμένο ωμό βοδινό κρέας με μια ιδιαίτερη υπόλευκη σος και πήρε το όνομά του από τον ζωγράφο Βιτόρε Καρπάτσιο διότι παραπέμπει στα χρώματα των πινάκων του. Οπότε και το καρπάτσιο λαβράκι είναι λάθος, πολύ περισσότερο το καρπάτσιο ντομάτας, δηλαδή φέτες ντομάτας με λάδι και ρίγανη. Μωρέ ντομάτα λαδορίγανη δεν το λέγαμε μέχρι τώρα αυτό;

Keywords