Ιστορίες αποτυχίας προς (ακόμη) μία επανάσταση του αυτονόητου

Του ΝΙΚΟΥ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ*

Εδώ και χρόνια η συζήτηση την επομένη της ανακοίνωσης των βάσεων εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση έχει λάβει χαρακτήρα… εθιμοτυπικό. Αρθρογράφοι, πρυτάνεις, πολιτικοί, βρισκόμαστε να επαναλαμβάνουμε διαπιστώσεις, αναγκαιότητες, προθέσεις, αφορισμούς. Τις προσωπικές ιστορίες μαθητών που αρίστευσαν, παιδιών που κόπιασαν ακόμη και στις πιο αντίξοες συνθήκες, αλλά πολύ λιγότερο ιστορίες αποτυχίας: αποτυχίας όχι των νέων ανθρώπων που για τον όποιον λόγο δεν απέδωσαν στις γραπτές εξετάσεις, αλλά αποτυχίας ενός συστήματος που «βαφτίζει»

την αποτυχία επιτυχία και την επιβραβεύει ως τέτοια.
 
Συζητάμε λοιπόν τις τελευταίες ημέρες για τα φαινόμενα εισαγωγής φοιτητών, ιδιαίτερα σε καθηγητικές σχολές, με κριτήρια που δεν προσιδιάζουν σε αυριανούς δασκάλους, όπως είναι για παράδειγμα οι περιπτώσεις του Φυσικού Καβάλας, με μέσον όρο βαθμολογίας του τελευταίου εισαχθέντος 5,8, και του Μαθηματικού Σάμου με μέσον όρο βαθμολογίας του τελευταίου εισαχθέντος 3,1.
 
Οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι στη συζήτηση αυτή, όπως και στην αντίστοιχη κάθε Σεπτέμβρη, υπάρχει ακόμη ένα «ελληνικό» παράδοξο. Oλες οι παρεμβάσεις, όλες οι προτάσεις και τα άρθρα ξεκινούν με την κοινή διαπίστωση ότι το σύστημα των γραπτών Πανελλαδικών Εξετάσεων είναι αδιάβλητο. Γιατί όμως δεν προχωράει μετά η συζήτηση, γιατί σκοντάφτουμε στα αυτονόητα, γιατί δεν αναλαμβάνουμε ο καθένας την ευθύνη που μας αναλογεί;
 
Χρήσιμη για τη διευκόλυνση της συζήτησης θα μπορούσε να είναι και η διαπίστωση ότι δεν μπορούν όλοι να γίνουν μηχανικοί, νομικοί, γιατροί, δάσκαλοι, καθηγητές. Να τολμήσουμε να πούμε καθαρά και να συμφωνήσουμε επίσης ότι δεν μπορούν όλα μας τα παιδιά να γίνουν «με το ζόρι» φοιτητές; Είναι θέμα πολιτικής ορθότητας –ή ατολμία;– η δυσκολία της κοινωνίας και όλων μας να το παραδεχθούμε φωναχτά; Αν δεν συμφωνεί η πραγματικότητα με την ιδανική εικόνα που θα θέλαμε να πιστέψουμε, τόσο το χειρότερο για… την πραγματικότητα; Και γιατί είναι «σκοτεινή» η πραγματικότητα μιας κοινωνίας, η οποία δεν έχει μόνο αποφοίτους ΑΕΙ, αλλά έχει και επαγγελματίες, ανθρώπους εκπαιδευμένους να κάνουν αυτό που ταιριάζει καλύτερα στην κλίση και στα ταλέντα τους; Είναι προσωπική αποτυχία ζωής μια άλλη επιλογή; Συνεπάγεται αδυναμία επαγγελματικής καταξίωσης; Και καμαρώνουμε περισσότερο για πτυχία κορνιζαρισμένα χωρίς αντίκρισμα στην αγορά εργασίας ή για φοιτητές που μπήκαν σε μια σχολή παραδίδοντας λευκή κόλλα χαρτί στις εξετάσεις για να διεκδικήσουν στη συνέχεια τον «τίτλο» του «αιώνιου» φοιτητή; 

Η πραγματικότητα είναι εδώ, είτε θέλουμε να την αναγνωρίσουμε είτε όχι. Οι ιδιαιτέρως χαμηλές βάσεις προκαλούν δυσκολίες στην παρακολούθηση των σπουδών για τους εισαχθέντες με πολύ χαμηλούς βαθμούς, καθώς και στη συμμετοχή τους σε εξετάσεις εντός των σχολών τους. Σχεδόν σίγουρα κάποιοι από αυτούς θα οδηγηθούν στη διακοπή των σπουδών τους ή θα γίνουν «αιώνιοι» φοιτητές εξαιτίας της δυσκολίας τους να αποκτήσουν πτυχίο, με αποτέλεσμα το πρόβλημα να καθίσταται διαχρονικό.
 
Μήπως όμως το πρόβλημα συνδέεται με μια χρόνια παθογένεια που αφορά ευρύτερα το θέμα της εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση;
 
Εκτός από τις επιδόσεις των αποφοίτων λυκείου, άλλος παράγων που επηρεάζει τη διαμόρφωση των βάσεων εισαγωγής στα ΑΕΙ της χώρας μας είναι ο αριθμός των πανεπιστημιακών σχολών και τμημάτων και ο αριθμός των εισακτέων. Η δημιουργία και συντήρηση πανεπιστημιακών τμημάτων ανά την επικράτεια όχι για λόγους εκπαιδευτικούς, αλλά για την ικανοποίηση των τοπικών κοινωνιών, επιτείνει το πρόβλημα. Νέα τμήματα άνευ αντικειμένου και προσωπικού σημαίνουν ταυτόχρονη υποβάθμιση των ήδη εν λειτουργία, απορρύθμιση της έρευνας και περιορισμό των εξαιρετικά ελλειμματικών κονδυλίων. Κι όλα αυτά δεν αποτελούν απλώς έναν δείκτη στην παγκόσμια κατάταξη. Ισούνται με σπουδές που οδηγούν αυτόκλητα στην ανεργία, με αρνητικό πρόσημο στις εξωτερικές αξιολογήσεις των πανεπιστημίων και με αδυναμία τήρησης των προδιαγραφών που ορίζουν η Ε.Ε. και η Αρχή Διασφάλισης και Πιστοποίησης της Ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση.
 
Η νεολαία μας δεν έχει ανάγκη από επιπλέον τμήματα των οποίων η προστιθέμενη αξία είναι ανύπαρκτη. Εχει ανάγκη από αναβάθμιση όλων εκείνων που πληρούν ακαδημαϊκούς όρους ύπαρξης, τα οποία θα πρέπει να «συγχρονιστούν» με τα σημερινά δεδομένα, να στοχεύουν στον εκτός συνόρων κόσμο που «τρέχει».

Αναφορικά με τον αριθμό των εισακτέων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση η πολιτεία πρέπει επιτέλους να αφουγκραστεί τα ίδια τα πανεπιστήμια. Να εισάγονται τόσοι όσοι ζητούνται από τα τμήματα ή τις σχολές. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα την αυτορρύθμιση των βάσεων που, σε συνδυασμό με τη δυσκολία των θεμάτων, θα αντανακλά στο τέλος το επίπεδο γνώσεων των νέων φοιτητών.
                                  
Το σύστημα εισαγωγής στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα της χώρας πρέπει να αποτελέσει πεδίο συστηματικού διαλόγου, συνυπολογίζοντας όλες τις παραμέτρους, με το βλέμμα στην Παιδεία τού αύριο. Χρειάζεται γόνιμη συζήτηση, χωρίς όμως τον φόβο του πολιτικού κόστους. Κυρίως όμως χρειάζεται η κοινωνία μας να αποτάξει τον στρουθοκαμηλισμό και με ωριμότητα και ειλικρίνεια να αναγνωρίσει την πραγματικότητα και την ανάγκη να εξασφαλίσουμε ένα καλύτερο μέλλον στα παιδιά μας.
 
* Ο κ. Νίκος Παπαϊωάννου είναι πρύτανης του ΑΠΘ και προεδρεύων της Συνόδου Πρυτάνεων.

Keywords
Τυχαία Θέματα