Ελληνικοί γλωσσοδέτες

Στην ελληνική λαογραφία ο όρος γλωσσοδέτης ή γλωσσολύτης ή και "καθαρογλώσσημα" αποτελεί συνήθως μια πρόταση, την οποία πρέπει κανείς να επαναλάβει ή να επαναλαμβάνει συνεχώς ταχύτερα, με λέξεις που μοιάζουν μεταξύ τους, περισσότερο όμως πλαστές, και που καθίστανται έτσι δυσπρόφερτες προκαλώντας τα γέλια με τους αποτυχόντες την ορθή επανάληψη. Παλαιότερα αποτελούσε και "τεστ" προφορικών εισαγωγικών εξετάσεων στις στρατιωτικές Σχολές.Μερικοί γλωσσοδέτες για να μπερδέψετε τη γλώσσα σας:Ανεβαίνω, κατεβαίνω, μπαινοβγαίνω κι ανεβομπαινοβγαινοκατεβαίνω.Βρίσκω πόρτες κλειδωτές, κλειδωμένες και κλειδαροαμπαρωμένες.Της
καρέκλας το ποδάρι ξεκερεκλοποδαρώθηκε και την πήγαν στον ξεκαρεκλοποδαροτή να την ξεκαρεκλοποδαρώσει.Ο τζίτζιρας, ο μίτζιρας, ο τζιτζιμιτζιχότζιρας ανέβηκε στη τζιτζιριά, τη μιτζιριά, τη τζιτζιμιτζιχοτζιρια κα έριξε τα τζίτζιρα, τα μίτζιρα, τα τζιζτιμιτζιχότζιρα.Είχαμε μια συκιά ορτή, και βερικοκυκλωτή, κι έκανε σύκα ορτά, και βερικοκυκλωτά, και πάει ο σκύλος ο ορτός, ο βερικοκυ
Keywords
Αναζητήσεις
γλωσσοδέτες για τη γλώσσα, γλωσσοδετες ελληνικοι
Τυχαία Θέματα
iNews > Blogs > Tromaktiko
Ελληνικοί,ellinikoi